Τελευταία Νέα
Home / Άρθρα / «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Τάσου Λειβαδίτη

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Τάσου Λειβαδίτη

Επιμέλεια δημοσίευσης του συναδέλφου Ηλία Προκόπη-Ταμία ΣΣΙΛΤΕ0001 0002

——————————————————————————-

 

 ‘Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος’, ‘Αυτοβιογραφία’

%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82

Ο Μανώλης Β. Περάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Κρήτης και Λονδίνου.

Είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει διδάξει φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο Πολυτεχνείο Κρήτης, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στη Μέση Εκπαίδευση.

 

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος του είναι η επαναστατική και χωρίζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα εκτείνεται από το 1952 ως το 1956 και περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές Μάχη στην άκρη της νύχτας του 1952, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας του 1952, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου του 1953 και Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο του 1956. Στις συλλογές αυτές ο ποιητής εμπνέεται από τα προσωπικά του βιώματα της εξορίας και οραματίζεται ένα μελλοντικό κόσμο δίκαιο και ειρηνικό. Η δεύτερη ενότητα εκτείνεται από το 1957 ως το 1966 και περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές Συμφωνία αρ.1 του 1957, Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια του 1958, Καντάτα του 1960, 25η ραψωδία της Οδύσσειας του 1963, Οι τελευταίοι του 1966. Τώρα ο ποιητής βιώνει την ήττα των ιδεολογιών και την απώλεια της συντροφικότητας. Η δεύτερη περίοδος του εκτείνεται από το 1972 ως το 1978 και περιλαμβάνει τις συλλογές Νυχτερινός επισκέπτης του 1972, Σκοτεινή πράξη του 1974, Οι τρεις του 1975, Ο διάβολος με το κηροπήγιο του 1975, Βιολί για μονόχειρα του 1976, Ανακάλυψη του 1978. Είναι η συμβολική, αλληγορική περίοδος, στην οποία κυριαρχεί ο συνειρμικός, παραληρηματικός λόγος, η άλογη αλληλουχία, η δραματικότητα, το σκοτεινό και το απροσδόκητο. Υπάρχουν υπερρεαλιστικά στοιχεία του αλλόκοτου και συνύπαρξη του παράλογου με το πραγματικό. Η τρίτη και τελευταία περίοδός του είναι η μεταφυσική-υπαρξιακή και περιλαμβάνει τις τελευταίες του συλλογές Εγχειρίδιο ευθανασίας του 1979, Ο τυφλός με το λύχνο του 1983, Βιολέτες για μια εποχή του 1985, Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα του 1987 και η μεταθανάτια Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου του 1990. Εδώ διακρίνουμε τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις αντιφάσεις και τους διχασμούς, τον παροξυσμό της υπαρξιακής αναζήτησης, τις τύψεις από μια αόριστη ενοχή, την αναπόληση και την καταφυγή στο παρελθόν, την προσφυγή στο όνειρο.

 

‘Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος’

Το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που θα αναλύσουμε εδώ, το ‘Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος’, γράφτηκε το 1950 και πρωτοδημοσιεύθηκε το 1956 στην τέταρτη ποιητική του συλλογή, Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο. Ανήκει στην πρώτη ενότητα, της πρώτης, της επαναστατικής περιόδου της ποιητικής παραγωγής του Λειβαδίτη. Το ποίημα ξαναγράφτηκε από τον ποιητή αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και σε αυτήν την εκ νέου επεξεργασμένη και επαυξημένη μορφή του ποιήματος που αποτελείται από τέσσερις στροφές θα το αναλύσουμε και εδώ. Η μορφή του ποιήματος είναι μοντέρνου στυλ, χωρίς ομοιοκαταληξίες, το ύφος του απλό και προσιτό στον οποιονδήποτε και το περιεχόμενό του έχει μια βαθιά φιλοσοφική και πολιτική διάσταση. Όλες οι στροφές του ποιήματος αρχίζουν και τελειώνουν με τον τίτλο του ποιήματος, την υποθετική πρόταση ‘Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος’, που γίνεται προϋπόθεση για το υπόλοιπο περιεχόμενο της κάθε στροφής. Ας δούμε την πρώτη στροφή του ποιήματος:

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.

Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις

φωνές

το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων

κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.

Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.

Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια

αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν

ανύποπτα στις πολιτείες

μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα

αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου

έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς

εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ” τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό

δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Στην πρώτη στροφή ο ποιητής απευθύνεται στον καθένα από μας και εκφράζει τα βαθύτερα φιλοσοφικά και πολιτικά του πιστεύω, αυτά τα οποία συνιστούν την ουσία της ανθρωπιάς. Η ειρήνη και η δικαιοσύνη αποτελούν τους ακροτελεύτιους άξονες της αντίληψής του για την ανθρωπιά και μας παρακινεί να τα ασπαστούμε και να αγωνιστούμε για αυτά τα θεμελιώδη και πανανθρώπινα ιδανικά. Γεμάτος αγωνιστική διάθεση καλεί και εμάς να αφήσουμε τη βολή μας και να παλέψουμε και να αγωνιστούμε κι εμείς για την εδραίωση των ιδανικών αυτών που θα κάνουν τον κόσμο μας καλύτερο. Μας καλεί να βγούμε και να βροντοφωνάξουμε τη θέλησή μας για ειρήνη και δικαιοσύνη, για έναν καλύτερο κόσμο, αψηφώντας όλες τις δυσχέρειες και την αντίδραση που αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσουμε στον δύσκολο και κάθε άλλο παρά ανώδυνο αυτό αγώνα μας. Πέρα από κάθε αδράνεια και μόνο με τον αγώνα μπορούν να κατανικηθούν οι εχθροί των ιδανικών αυτών. Η αδράνεια και η λιγοψυχία είναι ανασταλτικοί παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την πορεία αυτού του αγώνα. Είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να ρέπει προς το ευχάριστο, το γλυκό, το νοσταλγικό. Λίγο να ονειροπολήσεις άσκοπα, λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, λίγο να στραφείς προς την απόλαυση και τον θαυμασμό της φύσης, αυτή η μορφή αδράνειας αρκεί για να σε εκτροχιάσει από το δρόμο του αγώνα σου και να έχει ολέθριες, καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή των συνανθρώπων μας, για την ειρήνη. Είναι εγωιστικό να στρεφόμαστε προς την ενδοσκοπική απόλαυση τη στιγμή που αμέτρητοι συνάνθρωποί μας δεν έχουν αυτήν την πολυτέλεια. Πρέπει να στραφούμε από το εγώ στο εμείς και να αγωνιστούμε ακούραστα για το κοινό καλό. Ας περάσουμε τώρα στη δεύτερη στροφή:

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

μπορεί να χρειαστεί ν’ αφίσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί

σου.

Δε θα διστάσεις.

Θ’ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου

θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι

για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.

Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,

να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι

είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου

να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.

Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις

γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα

τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Στη δεύτερη στροφή βλέπουμε ότι είναι βαριά η καλογερική. Για να συντελέσει κανείς στην επίτευξη ενός καινούριου και καλύτερου κόσμου θα πρέπει να προβεί σε θυσίες της ίδιας του της προσωπικής ζωής. Κάτι τέτοιο έκανε και ο ίδιος ο ποιητής που θυσίασε τα αγαθά και τις απολαύσεις της νιότης του ταγμένος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον και υπέστη πλήθος κακουχιών. Ακόμα και τα πιο αγαπημένα μας πρόσωπα, τη μάνα, τη σύντροφο, το παιδί, θα πρέπει να τα βάλουμε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο μεγάλο ιδανικό. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να απαρνηθεί κανείς τις υλικές ανέσεις και τις πολυτέλειες της σύγχρονης ζωής, οι οποίες έχουν πολύ μικρή ουσιαστική αξία κι ας τις θεωρούν σημαντικές οι περισσότεροι άνθρωποι. Προφανώς θα πρέπει να πράξουμε όπως ο Ηρακλής και να ακολουθήσουμε τον δύσβατο δρόμο της αρετής και όχι τον εύκολο της κακίας, του εγωισμού. Πρέπει να είμαστε ατρόμητοι και γενναίοι σε αυτήν τη δύσκολη πορεία και να μην παρασυρόμαστε από τις γλυκές Σειρήνες της ζωής. Πρέπει να απαρνηθούμε το άλας της ζωής, καθετί το ωραίο στη φύση και την τέχνη, κάθε όνειρο, ακόμα και τον έρωτα. Το διακύβευμα εδώ είναι υψηλό, ανώτερο από την προσωπική μας απόλαυση, είναι το κοινό καλό, η χαρά και η ευδαιμονία του κοινωνικού συνόλου. Πρέπει να ξεπεράσουμε το εγώ για το εμείς. Ας δούμε τώρα την τρίτη στροφή:

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα

χρόνια

μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,

τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου

θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.

Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα

θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο

απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.

Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά

σου

δε θα γερνάς.

Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος

αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Στην τρίτη στροφή γίνεται πασιφανής η έμμεση αναφορά στην προσωπική ζωή του ποιητή. Ενταγμένος στο ΕΑΜ και την αριστερά ο ποιητής αντιμετώπισε διώξεις. Συνελήφθη και φυλακίστηκε με τη λήξη των Δεκεμβριανών, ενώ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, το 1945, αφέθηκε ελεύθερος. Τον Ιούνιο του 1948 ξανασυλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο της Λήμνου. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο και από εκεί, επειδή δεν υπογράφει δήλωση μετανοίας, μεταφέρεται στον Αη Στράτη και από εκεί στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Ο ποιητής βίωσε έντονα στο πετσί του την εξορία και τη φυλακή ταγμένος πάντα σε ένα ανώτερο ιδανικό. Παρά τις κακουχίες που υπέστη, κράτησε πάντοτε το θάρρος και την αισιοδοξία του και απολάμβανε στο λογισμό του όλα τα αγαθά που του στέρησαν οι συνθήκες της ζωής του. Μπορεί να είχε χάσει την πολιτική του ελευθερία, αλλά παρέμεινε βαθιά ελεύθερος στο πνεύμα, έστω και περιορισμένος στο στενό κελί του. Μπορεί να είναι από φυσική άποψη απομονωμένος, αλλά οι συνέπειες αυτού του μοναχικού αγώνα του έχουν ευρύτερες συνέπειες που φτάνουν μακριά. Αυτός ο αγώνας δίνει δύναμη στον ποιητή και τον ανανεώνει ψυχικά, έστω και αν περνάνε τα χρόνια και γερνά σωματικά. Ας περάσουμε τώρα και στην τελευταία στροφή:

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα

στη μάνα σου

θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και

μια λέξη: Ειρήνη

σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό

να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια

σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.

Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει

εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας

πολεμάνε για την ειρήνη.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

Στην τέταρτη στροφή ολοκληρώνεται το μανιφέστο της αυτοθυσίας και της υπέρβασης του εγωισμού από τον ποιητή. Ακόμα και η ίδια η ζωή ενός αγωνιστή μπορεί να είναι ένα τίποτα μπροστά στη διακύβευση ενός ανώτερου ιδανικού. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να είμαστε έτοιμοι να τη θυσιάσουμε. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το εκτελεστικό απόσπασμα για χάρη του μέλλοντος κόσμου. Το νόημα της ζωής μας πρέπει να είναι η εκπλήρωση των ανώτερων ιδανικών μας, όπως της ειρήνης.

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη ανάλυση του ποιήματος μπορούμε να παρατηρήσουμε τον έντονα βιωματικό, αυτοβιογραφικό, φιλοσοφικό και πολιτικό χαρακτήρα του. Εκκινώντας από τη στέρεη πεποίθησή του ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή θα πρέπει να είναι ο αγώνας για την υπέρβαση του εγωισμού μας και η αφοσίωσή μας σε κάποια ανώτερα ιδανικά που θα συντελέσουν στην εδραίωση μιας καινούριας και καλύτερης κοινωνίας, ο ποιητής μας καλεί να μείνουμε ατρόμητοι και ακλόνητοι σε αυτή τη δύσκολη πορεία. Μπορεί στα μάτια των περισσότερων από μας ο ποιητής να φαίνεται αυστηρός, άτεγκτος. Μπορεί να μοιάζουν ουτοπικά και υπερβολικά τα λόγια του στα αυτιά των βολεμένων αστών. Και σίγουρα μια ματιά αν ρίξει κανείς στον περίγυρό του θα διαπιστώσει εύκολα ότι η βουβή πλειονότητα του κόσμου θέτει ως προτεραιότητα το εγώ και τις απολαύσεις της ζωής αδιαφορώντας για το κοινό καλό και βρίσκεται πολύ μακριά από το πνεύμα του ποιητή. Όμως κάτι τέτοιο δε σημαίνει ότι αυτό το φιλοσοφικό και πολιτικό μανιφέστο του ποιητή χάνει την αξία του ως προγραμματική διακήρυξη της βαθύτερης ουσίας της ανθρωπιάς ως ανιδιοτελούς πρόταξης του κοινού καλού της ανθρωπότητας. Ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος, αν θα είχαμε όλοι μας τη δύναμη να παλέψουμε και να αγωνιστούμε για την πραγματοποίηση των ιδανικών του ποιητή.

O Τάσος Λειβαδίτης απεβίωσε 30 Οκτωβρίου 1988

Scroll To Top