Τελευταία Νέα
Home / Άρθρα / Στην Μικρασιάτισσα Μάνα της Συναδέλφου Δώρας Παινέζη

Στην Μικρασιάτισσα Μάνα της Συναδέλφου Δώρας Παινέζη

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b1-1

ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ΜΑΝΑ !!!
Ένα μικρό αφιέρωμα στην όμορφη, την μορφωμένη, με τα πιάνα της, τα γαλλικά της και τα μαντολίνα της  την κυρά κι αφέντρα του σπιτικού της,  που η προδοσία την ξερίζωσε από την πατρική γη αιώνων, με ύπουλο τρόπο.
Ο νομπελίστας συγγραφέας Έρνεστ Χεμινγουέι,  20χρονος
πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο  το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης».
«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»
Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:
«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».
Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφέρθηκα ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει:
«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς  κι αυτές τότε σταματούσαν. …».
Σε άλλο απόσπασμα περιγράφει :
«Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).
Και μπήκαν σε βάρκες και καίκια όσοι πρόλαβαν από την τιμωρητική μανία και την τρομακτική φωτιά που άναψαν οι νεότουρκοι, όσοι δεν πνίγηκαν στην θάλασσα, σπρωγμένοι από τους  αξιωματικούς των αγγλικών και γαλλικών πολεμικών πλοίων  της ΑΝΤΑΝΤ, τους δήθεν συμμάχους μας…
Και βρέθηκε ένας αμερικανός πάστορας,  ο μετριοπαθής  Έιζα Τζένινγκς αυτός που εξαπέλυσε μύδρους κατά της ολιγωρίας της ελληνικής κυβέρνησης για τη διάσωση των Μικρασιατών, καθώς η διορία που είχε πάρει προσωπικά από τον Κεμάλ ήταν μόλις εφτά ημέρες. Μετά τη θεάρεστη παρέμβασή του, 55 πλοία με τη συνοδεία του αμερικανικού Ναυτικού παρέλαβαν τους κατατρεγμένους έξι μάλιστα ώρες πριν λήξει η προθεσμία του Ατατούρκ. Ο Τζένινγκς ήταν πια ναύαρχος του ελληνικού στόλου!
Και έσωσε 350.000 ανθρώπους (από 250.000-300.000) και 1.250.000 κατά το υπόλοιπο της χρονιάς.
Ήρθε πρόσφυγας η Μικρασιάτισσα Μάνα στην Μητέρα Πατρίδα, και την είπαν παστρικιά, γιατί πλενόταν, και μεγάλωσε τα παιδιά της στις παράγκες και στα προσφυγικά.
Και η Μητέρα πατρίδα της έστησε το παρακάτω  άγαλμα στην Μυτιλήνη. Μια λεβέντισα να κοιτάζει πίσω της την χαμένη της πατρίδα και την χαμένη ζωή της, και να κρατάει το στερνοπαίδι της σφιχταγκαλιασμένο, το μεγαλύτερο να ακουμπάει πάνω της ενώ το μεσαίο αγκαλιάζει τα πόδια της. Τιμη και δοξα στην Μικρασιάτισσα μάνα που κόντρα στις αντιξοότητες και στα στοιχεία της φύσης, ήταν ο κέρβερος που κράτησε τα παιδιά της και τα έκανε ανθρώπους χρήσιμους.

 

 

Scroll To Top