Τελευταία Νέα
Home / Ανακοινώσεις / Το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα του συναδέλφου Νίκου Μπουζίνη-Βέροια Ημαθίας

Το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα του συναδέλφου Νίκου Μπουζίνη-Βέροια Ημαθίας

Το έθιμο και η επανάσταση του 1821

Η συμμετοχή των Ναουσαίων στην επανάσταση του 1821 εξοργίζει τον Σουλτάνο που τον Απρίλιο του 1822 στέλνει στρατεύματα και καταστρέφει την πόλη καίγοντάς την ολοσχερώς. Όταν ο Σουλτάνος, παραβιάζοντας τα ιδιαίτερα προνόμια της πόλης, έστειλε τον σιλιχτάρη των ανακτόρων Αχμέτ Τσελεμπή, για να κάνει το πρώτο παιδομάζωμα, οι Ναουσαίοι όχι μόνο δεν παρέδωσαν παιδιά, αλλά σκότωσαν και τον απεσταλμένο. Ήταν τότε μέρες Αποκριάς. Το γεγονός αυτό ήταν αφορμή, ώστε πολλοί Ναουσαίοι να βγουν κλέφτες στο Βέρμιο, υπό την αρχηγία του φημισμένου κλεφταρματωλού καπετάν Ζήση Καραδήμου. Ο απόηχος της τρομερής καταστολής του κινήματος του Καραδήμου ανάγκασε τους νέους της πόλης την επόμενη Αποκριά, να φορέσουν την αρματωλική τους φορεσιά με περίσκεψη. Με τον “πρόσωπο”, τα ασημικά που σχηματίζουν έναν τέλειο θώρακα, τις μακριές τους πάλες και όλα τα εξαρτήματα τριγυρνούσαν, μεταμφιεσμένοι σε Γενίτσαρους, στα όρια της πόλης από γειτονιά σε γειτονιά. Από τότε το έθιμο των Γενίτσαρων συνεχίζεται αδιάλειπτα σε όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα με εξαίρεση την περίοδο των πολέμων.

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στην παράδοση της Ελλάδας, είναι η ποικιλία δρώμενων, ιδιαιτέρα κατά την περίοδο της αποκριάς. Ένα από τα εξέχοντα είναι οι «Γενίτσαροι και Μπούλες» που γίνεται στη Νάουσα Ημαθίας την περίοδο της αποκριάς

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στην παράδοση της
Ελλάδας, είναι η ποικιλία
δρώμενων, ιδιαιτέρα κατά την περίοδο της αποκριάς. Ένα από τα εξέχοντα είναι οι «Γενίτσαροι και Μπούλες» που γίνεται στη Νάουσα Ημαθίας
την περίοδο της αποκριάς

Το δρώμενο σήμερα

Το δρώμενο «Γενίτσαροι και Μπούλες» σήμερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις ημέρες της αποκριάς στη Νάουσα, αποτελώντας ένα από χαρακτηριστικότερα λαογραφικά στοιχεία της περιοχής και χαίρει μεγάλης συμμετοχής των κατοίκων.

Τα βασικά στοιχεία του εθίμου είναι: Η θιασική και πειθαρχημένη συγκρότηση ομάδας, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή ορισμένων κανόνων για συμμετοχή σ’ αυτήν. Η τυποποιημένη σύμφωνα με την παράδοση μεταμφίεση, ανάλογα με τον ρόλο του κάθε μέλους. Η αυστηρή τήρηση των βασικών κανόνων τέλεσης του εθίμου, όπως το φύλο των τελεστών (μόνο άνδρες), το χορευτικό και μουσικό ρεπερτόριο, τα μουσικά όργανα, πάνω στα οποία θα στηριχθεί ο χορός του θιάσου, το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί κ.ά.από παλαιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια που όμως δεν ήταν ποτέ πολλά σε αντίθεση με σήμερα που υπάρχει πληθώρα μικρών αγοριών

Η φορεσιά

Η τελετουργική μεταμφίεση αυτού που θα γίνει Γιανίτσαρος γίνεται με αυστηρούς κανόνες που ακολουθούνται πιστά από αυτούς που συμμετέχουν στο δρώμενο.

Γιανίτσαρος, φορεσιά

Γιανίτσαρος, φορεσιά

Τα ρούχα της φορεσιάς του Γιανίτσαρου είναι: Η κοντέλα, ένα είδος φαρδομάνικου πουκάμισου. Η φουστανέλα που είναι το βασικότερο κομμάτι της φορεσιάς και φτάνει μια πιθαμή περίπου πάνω από το γόνατο. Έχει 250 ως 400 λαγκιόλια (πιέτες). Το πισλί, βελούδινο γιλέκο. Το μοραΐτικο ζωνάρι που έχουν στη μέση και είναι στολισμένο με άσπρες και λιλά λόντρες (ρίγες). Το σελιάχι, φτιαγμένο από πολλά στρώματα κεντημένου πετσιού και το χρησιμοποιούν σαν πορτοφόλι ή θήκη για καλαμάρι, κουμπούρι, παπόνια (μαχαίρια). Στα πόδια φορούν τις μπέτσφες, είδος μάλλινης κάλτσας και τις βοδέτες, υφασμάτινες ταινίες που συγκρατούν τις κάλτσες. Στα πέλματα έχουν τα τσαρούχια που κατασκευάζονται από δέρμα και καταλήγουν σε πυκνή μαύρη φούντα. Ένα σημαντικό εξάρτημα της φορεσιάς, είναι το ταράμπουλο ένα ζωνάρι φτιαγμένο από καθαρό μετάξι σε ύφανση αδίμιτη και σχέδιο ανατολίτικο. Το μάκρος του είναι σχεδόν 3,60 μέτρα και το φάρδος του 0,90 μέτρα. Το ταράμπουλο χρησιμοποιούνταν ως σάβανο για τον νεκρό Γιανίτσαρο την περίοδο της τουρκοκρατίας. Τα ασημικά περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικιλία από κοσμήματα. Στο θώρακα έχουμε τα ρούπια 17ου, 18ου και 19ου αιώνα, το μπαϊρι ή γκιορντάνι στο λαιμό, χαϊμαλιά σε διάφορα σχέδια, που όλα στο εσωτερικό τους περιέχουν τίμιο ξύλο. Η πλάτη του Γιανίτσαρου στολίζεται με το πλουσιότερο κόσμημα της φορεσιάς, το κιουστέκι. Το σημαντικότερο στοιχείο της φορεσιάς του Γιανίτσαρου, είναι ο πρόσωπος. Κατασκευάζεται από χονδρό πανί, πάνω στο οποίο μπαίνει γύψος και από τη μεριά του αλείφεται με γνήσιο κερί, ώστε να κρατά δροσιά σ’ αυτόν που το φορά όλη μέρα. Το μουστάκι στον πρόσωπο γίνεται από αλογότριχα και κατράμι, ενώ η σύνθεση των χρωμάτων έχει ως βάση το αυγό της κότας. Τα μάτια και το στόμα είναι τόσο μικρά που μετά βίας βλέπει ο Γιανίτσαρος και η Μπούλα. Ο πρόσωπος βάφεται άσπρος και τα μάγουλα με λίγο κόκκινο χρώμα. Το λευκό συμβολίζει τη νέκρωση της φύσης και το κόκκινο το ζωντάνεμα που δεν θα αργήσει να έρθει. Το κίτρινο βαράκι μπήκε πρώτα στη Μπούλα σαν αυτό της ανατολίτισσας νύφης και αργότερα και στο πρόσωπο του Γιανίτσαρου για ομορφιά, αλλά και για να συμβολίζει ότι η σκλαβιά πεθαίνει. Σίγουρο είναι ότι παρόμοια χρώματα χρησιμοποιήθηκαν σε αρχαία προσωπεία με την ίδια περίπου τεχνική. Η Μπούλα είναι άντρας ντυμένος γυναίκα με φαρδύ φουστάνι του τύπου της ναουσαίικης γυναικείας φορεσιάς χωρίς σιδερωμένες πιέτες. Φοράει σαλταμάρκα, τραχηλιές, φλουριά, ζώστρα με κρόσσια, κολλάνια. Στο κεφάλι έχει λουλούδια από τα οποία ξεκινούν τούλια και κορδέλες. Ο πρόσωπος διαφέρει από εκείνον του Γιανίτσαρου και έχει τη γυναικεία μορφή.

Η τέλεση του εθίμου

Η συγκρότηση της ομάδας που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Το ενδιαφέρον της παρέας που θα μεταμφιεσθεί είναι να καθορίσει ποιος θα είναι ο αρχηγός, να βρεθούν και να εξασφαλισθούν τα όργανα που θα παίξουν και αμέσως μετά να βρεθούν οι φορεσιές και κυρίως τ’ ασήμια, που τα παλιότερα χρόνια δεν τα είχαν όλοι. Το πρώτο ντύσιμο των τελεστών άρχιζε την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω. Παλαιότερα άρχιζαν αρκετά νωρίς από το Σάββατο το βράδυ, γιατί όλα τα ασήμια ραβόταν επάνω στα ρούχα του Γιανίτσαρου, για να είναι γερά και να αντέξουν στους χορούς που δύο μέρες στη συνέχεια θα έκανε. Σήμερα όμως το ντύσιμο αρχίζει νωρίς την Κυριακή της Απόκρεω, γιατί ο μεγάλος όγκος των ασημιών είναι ήδη έτοιμος, ραμμένος πάνω σε ένα ειδικά για την περίσταση κατασκευασμένο γιλέκο. Παρά ταύτα, η προετοιμασία του νεαρού άνδρα λαμβάνει τελετουργικό χαρακτήρα. Είναι ακριβώς το ίδιο με το ντύσιμο ενός γαμπρού. Καμιά διαφορά δεν υπάρχει στην τελετουργία του ντυσίματος της Μπούλας. Τελευταίος θα φορεθεί ο πρόσωπος με το ταράμπουλο. Τα όργανα, οι ζουρνατζήδες, θα κινήσουν πρωί πρωί για να μάσουν (να συγκεντρώσουν) το μπουλούκι παίζοντας μια ελεύθερου τύπου μελωδία (ζαλιστός) καθ’ όλη τη διάρκεια του μαζέματος. Το δρομολόγιο έχει συμφωνηθεί από την προηγουμένη. Με ειδική για την περίσταση μελωδία, που δεν χορεύεται, θα φθάσουν στο σπίτι του κάθε μεταμφιεσμένου με πρόσωπο άνδρα. Εκείνος συνήθως, με το άκουσμα των οργάνων, θα βγει στο παράθυρο. Από εκεί θα χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να τον πάρει. Με χαρακτηριστικά τινάγματα του κορμιού, θα κάμει τα πολλά νομίσματα του στήθους του να ηχήσουν. Το μπουλούκι με τη σειρά του θα απαντήσει τον χαιρετισμό με τις ίδιες κινήσεις. Αμέσως μετά «θα πάρει χέρι τους δικούς του», δηλαδή τους αποχαιρετά με τον ειδικό τρόπο που έχουν οι Γιανίτσαροι να χαιρετούν: πηδούν στα πόδια τους και ταυτόχρονα κάνουν τα νομίσματα του στήθους τους να κτυπούν. Στην εξώπορτα θα κάμει τρεις φορές το σταυρό του, «θα πάρει χέρι» αυτούς που ήρθαν να τον πάρουν και αμέσως θα ενταχθεί σαν ισότιμο μέλος στο μπουλούκι, θα ζευγαρώσει με κάποιον άλλο και έτσι με απόλυτη τάξη και συντεταγμένοι δύο-δύο θα κινήσουν για τον επόμενο Γιανίτσαρο. Η Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί.

Νύφη Μπούλα, Νάουσα

Νύφη Μπούλα, Νάουσα

Η Μπούλα πριν αναχωρήσει, θα φιλήσει το χέρι των δικών της, όπως επίσης και αυτών που ήρθαν να την πάρουν και από εδώ θα αρχίσει να μαζεύει τα χρήματα που της δίδουν οι θεατές φίλοι. Η συνήθεια αυτή λειτουργούσε σαν έρανος για τις περιόδους των αγώνων, «για να γίνουν μπαρουτόβολα και ζαϊρέδες γι’ αυτούς που βρίσκονται στο βουνό και πολεμούν για τη λευτεριά του Γένους. Για τους ανυπότακτους κλέφτες Νιαουστιανούς και αργότερα για τους Μακεδονομάχους». Αφού η Μπούλα φιλήσει τα χέρια των παρευρισκόμενων, θα τοποθετηθεί ανάμεσα σε δύο «προστάτες» Γιανίτσαρους. Αυτοί θα την κρατήσουν από τα χέρια και σχηματίζοντας μια τριάδα θα ενταχθούν περίπου στη μέση του μπουλουκιού. Στην πομπή που έχει σχηματιστεί προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολουθούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότεροι Γιανίτσαροι, στη μέση περίπου αυτοί που κρατούν τη Μπούλα και τελευταίοι οι παλαιότεροι και πιο έμπειροι και ο αρχηγός του μπουλουκιού. Δίπλα τους οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές. Η πομπή προχωράει αργά με τελικό προορισμό την πλατεία του Δημαρχείου όπου ο αρχηγός θα πάρει την άδεια από τον δήμαρχο για την έναρξη του εθίμου και το μπουλούκι θα αρχίσει τη χορευτική του πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας. Αμέσως μετά αρχίζουν οι πατινάδες με τη μελωδία «Κάτω στη Ρόιδο», από το γνωστό και σε άλλα μέρη τραγούδι «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα». Ακολουθεί ο Θούριος του Ρήγα «Ως πότε παλικάρια θα ζούμι στα στενά, μονάχοι σα λιοντάρια στις ράχες στα βουνά» και βέβαια βγαίνουν οι πάλες από τα θηκάρια τους. Στη συνέχεια στην πλατεία του Δημαρχείου, πριν ξεκινήσουν για τη μεγάλη πορεία, θα χορευτεί ο χορός Παπαδιά με πρωτοσυρτή τον αρχηγό του μπουλουκιού. Ακόμα, μια Μπούλα θα σύρει τη Μακρινίτσα και θα ακολουθήσει ο Νιζάμικος, ίσως ο πιο ζωηρός από τους ομαδικούς χορούς του ρεπερτορίου της ημέρας. Ανάλογα με το χρόνο που έχει το κάθε μπουλούκι μπορεί να χορέψει ένα ή δύο χορούς ακόμα. Αμέσως μετά αρχίζει το καθορισμένο δρομολόγιο το οποίο θα καταλήξει στο μαχαλά (συνοικία) Αλώνια, όπου θα βγάλουν τις μάσκες. Επίσης η προφορική παράδοση καθορίζει και τις πατινάδες από μαχαλά σε μαχαλά, σε αντίθεση με τους χορούς που θα χορέψουν στις πλατείες κατ’ επιθυμία των πρωτοχορευτών.

Οι μουσικοί

Σημαντικό ρόλο στην τέλεση του εθίμου, κατέχουν οι οργανοπαίχτες. Τα όργανα που χρησιμοποιούνται είναι αποκλειστικά ο ζουρνάς και το νταούλι. Αξίζει να σημειωθεί ότι παλαιότερα στη Νάουσα οι ζουρνάδες ακούγονταν μόνο την περίοδο της αποκριάς ενώ τον υπόλοιπο χρόνο στα γλέντια και τους γάμους χρησιμοποιούνταν λύρες, ταμπουράδες, βιολιά, γκάιντες και χάλκινα πνευστά. Με την αναβίωση του εθίμου μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ο ζουρνάς άρχισε να έχει εξέχουσα θέση στη διασκέδαση και τις εκδηλώσεις των Ναουσαίων. Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες της Νάουσας σχημάτιζαν τις λεγόμενες «κομπανίες» και έπαιζαν και στ’ άλλα χωριά του Ν. Ημαθίας και Ν. Πέλλης. Ωστόσο ο ζουρνατζής που έχει ξεχωρίσει τόσο για την πολύχρονη πορεία του όσο και για την συμβολή του στην αναβίωση, την διάσωση αλλά και την εξέλιξη του εθίμου, είναι ο Βαγγέλης Ψαθάς. Η δεξιοτεχνία του, το ιδιαίτερο χάρισμα τόσο στο να ερμηνεύει τους σκοπούς, όσο και να τιθασεύει τον άγριο ήχο του ζουρνά, αλλά και η αγάπη και η αφοσίωσή του για την παραδοσιακή μουσική της Νάουσας, είναι κάποια απ’ τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν να είναι σήμερα ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους αυτής της παράδοσης με πενηντάχρονη συνεχή παρουσία στα δρώμενα της πόλης και με πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας. –

Το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα της πτυχιακής εργασίας του Δημήτρη Αβραμίδη με θέμα “Το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα”.

Scroll To Top