Τελευταία Νέα
Home / Άρθρα / (Τραπεζιτικές θύμισες… ) του Γιάννη Βέργου

(Τραπεζιτικές θύμισες… ) του Γιάννη Βέργου

20431473_1102919019843923_655817120409624383_nΠαλαιότερος συνάδελφος ο Κώστας, καλώς υπάλληλος, έξυπνος με αναπτυγμένες, κοινωνικές τις δημόσιες σχέσεις. Ανέβηκε σύντομα την ιεραρχία της τράπεζας και έγινε διευθυντής μεγάλων καταστημάτων.
Μικρός υπάλληλος ο Γιάννης, ξεκίνησε στην τράπεζα από νυχτοφύλακας στο δεύτερο υπόγειο της τράπεζας.
Τι φύλαγε; Φύλαγε την νύχτα τα αρχεία, τα παραστατικά των εγγράφων των τραπεζικών συναλλαγών, μη πάθουν καμιά απρόβλεπτη ζημιά, φωτιά, βραχυκύκλωμα ρεύματος, πλημύρα, απρόβλεπτη καταστροφή .Φύλαγε τα καλά τριπλοαμπαρωμένα θησαυροφυλάκια της τράπεζας, εκεί όπου φυλάσσονταν όλα τα αξιόγραφα της τράπεζας, τα αποθεματικά, τα ταμιακά διαθέσιμα, τα χρυσά, τα κειμήλια και ότι είχε ιδιαίτερη αξία.
Τις θυρίδες ιδιωτών που φυλάσσονται χρυσαφικά, ασημικά και ότι για κάθε ιδιώτη αποτελεί και έχει χρηματική, ή συναισθηματική αξία.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο που ο αέρας και το φως ήταν λίγος- λιγοστός, λειψός και περίσσιο το σκοτάδι, το ημίφως, και πληθώρα από κατσαρίδες, παρόλα τα μέτρα απολύμανσης που ελάμβανε η τράπεζα. Εκεί φύλαγε την νύχτα ξάγρυπνος ο Γιάννης και ανά μισή ώρα περνούσε από τα σημεία με το ωρολόγιο στο χέρι, εκεί στα σημεία που ήταν αριθμημένα τα κλειδιά και με το κλειδί κλείδωνε το ωρολόγιο και αυτό κατέγραφε την ώρα που πέρασα και έκανα έλεγχο, από το κάθε σημείο και ότι ο χώρος ήταν σε απόλυτη ασφάλεια και τάξη.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο μου άρεσε, ήταν πολύ καλά για εμένα. Το χειμώνα είχε ικανοποιητική ζέστη και το καλοκαίρι ωραία δροσιά. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχανε τα κλιματιστικά, αραιά και που ήταν κανένας ανεμιστήρας και εκείνος σε γραφεία των μεγάλων διευθυντών.
Εκεί στα σκαλοπάτια της μαρμάρινης σκάλας καθόμουνα και διάβαζα, στον ενδιάμεσο κενό χρόνο τα μαθήματα της σχολής, της Ανωτάτης Εμπορικής. Το διάβασμα το έκανα κρυφά με επιφυλάξεις, φοβόμουνα, ήταν εν ώρα υπηρεσίας. Αλλά αν και ήταν απαγορευτικό για εμένα, ήταν θεραπευτικό και πολύ- πολύ ωφέλιμο. Νέο παιδί ήμουνα τότε… Θεραπευτικό, διότι δεν τρελάθηκα κλεισμένος μόνος την νύχτα στα ημίφωτα, στο σκοτάδι, στο δεύτερο υπόγειο. Εκεί που φρατσαλάγανε τα ποντίκια, πεταγόταν οι κατσαρίδες και τριζοβόλαγαν τα ντέξιον από την αλλαγή θερμοκρασίας και δεν ήξερα τι έκανε έτσι με αυτούς τους παράξενους θορύβους, μέχρι να το αντιληφθώ και να τους συνηθίσω.
Σε αυτό τον χώρο, έμενα μόνος και όρθιος όλη νύχτα, ήταν όμως ωφέλιμος διότι με αυτό το διάβασμα πέρναγε χωρίς να το καταλάβω η ώρα και πέρναγα στις εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα της ΑΣΟΕΕ.
Αλλά λένε και έτσι είναι ό,τι:
«Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιο»
Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι και στο δεύτερο υπόγειο με τόσο ελάχιστο ημίφως, τίποτα δεν μένει κρυφό. Και μέσα στο βαθύ σκοτάδι, στα μεσάνυχτα που κρύβονται και τα άστρα, τίποτα δεν κρύβεται… Κάποιος σε βλέπει…
Ο αρχικλητήρας συνάδελφος Κώστας Καρπούζος παλιός αστυνομικός, χωροφύλακας, ήρθε την νύχτα να κάνει επιθεώρηση. Έστειλε τον συνάδελφο κ Γράψια ο οποίος δούλευε πρώτα εργάτης, όταν χτιζόταν το ξενοδοχείο Χίλτον και έπαθε μικρό ατύχημα, όταν τέλειωσε η δουλειά στο Χίλτον, ο πρόεδρος της τράπεζας καθηγητής Στρατής Ανδριάδης τον έφερε στην τράπεζα νυχτοφύλακα, να μαζέψει τα ωρολόγια για να ελέγξει τα σημεία, αν είναι εν τάξει. Ήρθε κατέβηκε στο δεύτερο υπόγειο με το ασανσέρ αθορύβως. Τον αντιλήφτηκα, πετάχτηκα αμέσως επάνω και προσπάθησα να μεριάσω στην πάντα το βιβλίο με τα γραφόμενα μου, για να μη με αντιληφθεί…
Με αντελήφθη… Με πλησίασε…
-Τι έχεις εκεί Γιάννη;… Μπερδεύτηκε η γλώσσα μου.
–Κύριε Γράψα δεν θα το ξανά κάνω, μη με μαρτυρήσεις.
-Τι είναι αυτό που κάνεις, που δεν θα το ξανά κάνεις και δεν πρέπει να το μαρτυρήσω;…
-Να κάθομαι λίγο στο σκαλοπάτι.
–Και τι κάνεις;… Κάνεις καμιά παλιοδουλειά;…
-Κάθομαι και διαβάζω, ενώ το ξέρω, ότι δεν πρέπει εν ώρα υπηρεσίας, και πρέπει τα μάτια μου να τα έχω, όχι μόνο τέσσερα ,αλλά δέκα τέσσερα…
Εκεί γέλασε… Έτσι πρέπει, από εδώ τρώμε ψωμί και ζούμε… Για σήκω τα βιβλία και τα χαρτιά… για να δω τι άλλο έχεις από κάτω…
-Τα σήκωσα…
-Να κοιτάξετε…
Τα κοίταξε, τα έπιασε στα χέρια του, τα τίναξε, τα ξεφύλλιζε, να διαπιστώσει στα ενδιάμεσα στα φύλλα, εάν ήταν κάτι, εκτός από τα γράμματα τα δικά μου.
Ο συνάδελφος κ Γράψας γράμματα δεν ήξερε, ήξερε ίσα-ίσα να συλλαβίζει και εκείνα με το ζόρι. Στο στρατό έμαθε, ότι έμαθε, να γράφει το όνομά του και σιγά – σιγά να γράφει και από την αριθμητική την πρόσθεση και την αφαίρεση.
Δεν πιστεύω να είναι τούτη εδώ η παλιό φυλλάδα τίποτα από τα παλιό βιβλία;… Και μας πάρει και μας σηκώσει…-Πάμε να τα δει και ο κ Καρπούζος που ξέρει περισσότερα… Με κοίταξε. Τα κράταγε στα χέρια του και μου είπε:
-Δεν είναι τίποτα από τα πονηρά
;- Βιβλίο της ΑΣΟΕΕ είναι.
– Τότε έλα πάμε, μην αργούμε…
-Για πού;
- Έχει έλθει ο κ Καρπούζος και θέλει να κάνει επιθεώρηση στους φύλακες. Ανεβήκαμε στο κεντρικό σαλόνι της εισόδου από την οδός Πεσμαζόγλου.
–Καλός τον Γιάννη μου λέει…
-Καλησπέρα, τα σέβη μου κύριε προϊστάμενε…
Κοιτάζει τον κ Γράψα και του λέει:
-Τι είναι αυτά.
-Είναι βιβλία και χαρτιά του Γιάννη.
–Και τι βιβλία είναι αυτά τόσο χοντρά και τόσο μεγάλα. Δεν πιστεύω να είναι τίποτα βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο εδώ μέσα και μας πάρει και μας σηκώσει όλους ο διάβολος συθέμελα… Ρίχνει μια βλαστήμια…
-Τι στο διάβολο είναι αυτά;…
Λες να μπλέξουμε;…
Φέρτε τα εδώ, να τα πάρει ο διάβολος, να δω τι είναι;
Του τα δίνει. Κοιτάζει και συλλαβίζει ΑΣΟΕΕ…
Τι είναι τούτα εδώ και τι λένε, μου λέει, σοβαρά και με αυστηρό ύφος.
–Αυτά κύριε προϊστάμενε είναι και λένε Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών…
Είναι η Ανωτάτη Εμπορική, είναι στην Πατησίων, απέναντι από τον ΟΤΕ
-Την ξέρω, την ξέρω και ξέρω τι γίνεται εκεί μέσα…
Όμως λες πολλά και δεν σε ωφελούνε… Τι έκανα εγώ τόσα χρόνια;… Από τα πανεπιστήμια βγαίνουν καλοί άνθρωποι, αλλά βγαίνουν κάτι μπουμπούκια…,επαναστάτες Θεός να σε φιλάει, κόκκινοι, κουμουνιστοσιμορίτες, που περισσότερο διαβάζουνε και ξέρουν τον Μαρξ, τον Λένιν, και τον Μάο, παρά από ότι ξέρουν αυτοί, τον εαυτόν τους, που ο διάβολος να τους πάρει.
Τα ακούς;…
Ξέρω εγώ το τι γίνεται εκεί μέσα…
Όπως τα έλεγε κοπήκανε τα γόνατα μου, πάγωσε η καρδιά μου, παιδί της επαρχίας ήμουνα δεν είχαμε να πάρουμε βιβλία τετράδια για το σχολειό, που για τέτοια;
-Εσύ φαίνεσαι καλό παιδί, δεν φαντάζομαι να χάλασες εκεί μέσα… Διάβασε κακομοίρη μου, διάβασε, να μάθεις καμία αράδα γράμματα καλά και πρόσεχε μη σε φάει η μαστοριά και η λάσπη… Εσύ δεν έχεις αμπέλια, χωράφια, γιδοπρόβατα, στο χωριό σου για να ζήσεις, το μεροκαματάκι σου έχεις και αν έχεις κανένα παλιοχώραφο εκεί δεν σταματάει ούτε ο λαγός τα αρχ ,να ξύσει, πρόσεχε μη χάσεις και το λίγο ψωμάκι τώρα που έχεις.
-Όσο το που είχε αυτά τα βιβλία και διάβαζε, εξέτασε τα, θα ρωτήσουμε να μάθουμε τι είναι τούτα και αν είναι καλά, καλά έκανε και διάβαζε, να ξεστραβωθεί, δεν κοιμότανε…
-Μέχρι τώρα στην δουλειά του είναι καλός;
-Κώστα διάβαζε το παιδί, τάχα έχει στο δωμάτιο του που νοικιάζει και ηλεκτρικό να διαβάσει;… Και εκεί κάτω στο μισοσκόταδο, θαύμα μου είναι πως έβλεπε.
-Αυτός από εκεί που είναι έχει το μάτι του αετού, την όραση της κουκουβάγιας
Αυτός-αυτός,… βλέπει και με κλειστά τα μάτια, αυτός έμαθε ότι έμαθε με την τσιμπλού την λάμπα…
-Για μένα, αν τα βιβλία είναι καλά, καλά έκανε…
-Για δώσε μου το εργαλείο τώρα να δούμε έκανε καλά την δουλειά του, πέρασε κανονικά από όλα τα σημεία;
Του δίνει το ρολόι, το ξεκλειδώνει, κοιτάζει την ταινία και διαπιστώνει πως από όλα τα σημεία είχα περάσει κανονικά.
–Εσύ ρε, δεν σου έχει ξεφύγει ούτε δευτερόλεπτο, που έχεις το νου σου, σε εκείνα που διαβάζεις, ή, στο ρολόγι;
-Κύριε προϊστάμενε… και στα δύο…
-Μη μιλάς είπαμε…
Σιώπησα φανερά εκνευρισμένος. Είπα μέσα μου έδεκεί να τα παρατήσω και να φύγω…
Ο κύριος Γράψας, γέρος τότε, Θεός συγχώρεσε τον, με έπιασε και μου έσφιξε το μπράτσο δύο φορές, για να καταλάβω, να σωπάσω, να μη κάνω καμία κουταμάρα…
-Τα βιβλία κατάσχονται…
-Όχι δεν κατάσχονται, τα έχω πληρωμένα και δεν έφαγα, έμεινα νηστικός για να τα αγοράσω… Με δόσεις τα πήρα, από το βιβλιοπωλείο του Παπαζήση.
–Κατάσχονται για να τα εξετάσουμε, να τα εξετάσουν αύριο αυτοί που ξέρουν και θα σου τα δώσουμε αν είναι καλά.-Καλά εξετάστε τα. Αυτή την στιγμή μου ήρθε να ξεκαρδιστώ στα γέλια ,αλλά δάγκωσα τα δάκτυλα μου και συγκρατήθηκα. -Πήγαινε τώρα στην θέση σου, στην δουλειά σου και αύριο βλέπουμε…
Επήγα πάλι στο δεύτερο υπόγειο και την υπόλοιπη νύχτα έκανα βόλτες, πέρα, δώθε, μέχρι που ξημέρωσε…
Την άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε ο κ Καρπούζος, πρωί-πρωί στο κεντρικό θυρωρείο της τράπεζας στην κεντρική είσοδο επί της οδού Πεσμαντζόγλου που μπαίνουν οι υπάλληλοι και υπογράφουν στο βιβλίο εισόδου.
-Ενωρίς ήρθε και ο Δ/ντής του κεντρικού καταστήματος ο κ Αντώνης Πλωμαρίτης.
Αμέσως τον πιάνει και του λέει:
-Κύριε διευθυντά, να σας ρωτήσω κάτι;…
-Λέγε μου τι;
- Αυτά τα βιβλία τι είναι σε παρακαλώ;
Τα κοιτάζει και του λέγει:
-Αυτά είναι της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής…
Που τα βρήκες;
- Εκείνο το παιδί που φέρανε τις προάλλες, μας το στείλανε από την Εμπορική τράπεζα να το βάλουμε νυχτοφύλακα, και το βάλαμε κάτω στο δεύτερο υπόγειο, απέξω από το θησαυροφυλάκιο, στα αρχεία και αυτό το παλιόπαιδο, μας κουβάλησε εδώ μέσα αυτά τα βιβλία και τον πιάσαμε να κάθεται στα σκαλοπάτια στο μισοσκόταδο να διαβάζει… Δεν πιστεύω να είναι τίποτα από αυτές τις παλιοφυλλάδες του Μάρξ, του Λένιν, ή του Μάο και τον πάρει ο διάβολος και τον σηκώσει… Και μας σηκώσει όλους μας;…
-Δεν μου λες Κώστα στην δουλειά του είναι καλός ή μήπως τον βρήκατε να κοιμάται;
-Όχι… όχι… Έχουμε και ψυχή να παραδώσουμε, δεν κοιμόταν, ο Γράψας τον έπιασε να διαβάζει όταν χθες την νύχτα, έκανα αιφνιδιαστικό έλεγχο στους νυχτοφύλακες. Έκανα έλεγχο στο ρολόι του και είχε περάσει από όλα τα σημεία στην ώρα τους, ούτε δευτερόλεπτο ποιο αργά…
-Ώστε στην δουλειά του είναι καλός;
- Από ότι φαίνεται ναι… Όμως εδώ με τούτους τους μπελάδες τι κάνουμε;… Με αυτές τις παλιό φυλλάδες;… Και δείχνει τα βιβλία.
–Τίποτα… Μακάρι να το κάνανε όλοι έτσι…
-Πως;… πώς;…
-Στο σκοτάδι να διαβάζουν και να κάνουνε καλά την δουλειά τους… Εδώ δεν διαβάζουνε τα παιδιά μας την ημέρα, με ούλα τους τα καλά…
Και βγαίνουν… «Χαζά παιδιά άξιων γονέων…»
-Έχουμε πάρει όπως ξέρεις στην τράπεζα παιδιά άξιων αρίστων συναδέλφων κατά εντολή του προέδρου καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη και του γενικού του κ Κυριακόπουλου, για να βοηθηθούν οι οικογένειες τους από τα έξοδα, και τα περισσότερα τα καλομαθημένα, δεν μολογάνε τίποτα… Αργούνε να πάρουνε μπροστά…
Φέρνει ο κ γενικός ο κ Κυριακόπουλος κάτι πεινασμένα από την Γορτυνία, που έχουν τελειώσει τα εκεί γυμνάσια και το γυμνάσιο Λαγκαδίων της πατρίδας του, και της Δημητσάνας, δίνουν εξετάσεις για υπάλληλοι, γράφουνε άριστα και τους προσλαμβάνει στην Εμπορική, στην Ιονική και στις άλλες τράπεζες του ομίλου, κλητηράκια και αυτά είναι αετοί, αρπάζουν, την δουλειά με την μία, κάνουν δουλειά υπαλλήλου και προχωράνε… Προχωράνε… και…
-Νομίζω από την Γορτυνία είναι και δαύτο…
-Μπράβο… μπράβο του… Θα δώσω εντολή, σήμερα κιόλας, να βάλουνε κάτω σε κατάλληλο μέρος, ένα μικρό γραφειάκι μία καρέκλα και από πάνω στην οροφή να αλλάξουνε την λάμπα να έχει περισσότερο φως να βλέπει να διαβάζει. Και μη του λέτε τίποτα να τα δει ξαφνικά… Αυτός θα προκόψει… Αυτοί από εκεί, το μάτι τους από την πείνα αστράφτει… Αύριο το πρωί να του πείτε να μη φύγει, να έρθει στο γραφείο μου, να τον δώ…
Την άλλη μέρα το βράδυ επήγα και έπιασα δουλειά, (δεν μου είπανε τίποτα) κατεβαίνω από τις σκάλες στο δεύτερο υπόγειο. Μόλις κατέβαινα αντιλήφθηκα το φως ήταν πιο δυνατό, θα το έχουν ξεχάσει, να το σβήσω είπα. Όταν κατεβώ θα το σβήσω…
Κατέβηκα και τι να ιδώ… Στην μέση ακριβώς του χώρου, απέναντι ακριβώς από την πόρτα του θησαυροφυλακίου είχαν τοποθετήσει ένα μικρό γραφειάκι και μία καρέκλα. Το γραφείο ήταν αυτό που είχαν τότε οι κοπέλες, οι δακτυλογράφοι. Επάνω στο γραφείο ήταν κλειστά τα βιβλία μου και δίπλα ένα πολύ χοντρό τετράδιο με την φίρμα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, δίπλα ένα στυλό, που έπαιρνε βιδωτά ανταλλακτικά και μερικά ανταλλακτικά, μία γομολάστιχα, μία ξύστρα, πολλά κοινά μολύβια και χαρτιά.
Από μακριά τα κοίταγα όλη νύχτα, δεν τα πλησίασα καθόλου… Και όλη νύχτα ο νους μου έλεγε και ο νους μου λέει:
Να τος- να τος ο δούρειος ίππος, με αλλιώτικη μορφή.
Και λέει, ο Γιάννης, στον Γιάννη.
-Σου βάλανε γραφείο και καρέκλα…
Γιατί;… Σε αγαπάνε;… Έτσι σε αγαπήσανε απότομα…
Γιατί;.. Γιατί;…
Γιάννη το τυρί (την ωραία καρέκλα)την βλέπεις, την φάκα την βλέπεις;
Φάκα- φάκα- δούρειος ίππος είναι, μη πλησιάζεις…
Σου την έχουνε στημένο. Μη πλησιάζεις…
Σε δοκιμάζουνε να δούνε τι θα κάνεις;…
Με αυτές τις σκέψεις, την αγωνία και την εναλλαγή συναισθημάτων, όρθιος, όρθιος όλη νύχτα έκανα πολύ καλά την δουλειά μου.
Το πρωί την κανονική ώρα ανέβηκα επάνω και παρέδωσα το νυχτερινό ρολόι ελέγχου στο κεντρικό θυρωρείο, επί της οδού Πεσματζόγλου στον κ Γράψα.
-Άκουσε παιδί μου Γιάννη, να μη φύγεις. Έχουμε εντολή να σε δει ο κ Δ/ντής ο κ Πλωμαρίτης όταν θα έλθει αμέσως… Δεν ξέρω τίποτα άλλο τι σε θέλει;… Μη με ρωτά δεν ξέρω.
–Τώρα την βάψαμε είπα…
Αλλά τι φοβάσαι Γιάννη;…
Παλιά μου τέχνη κόσκινο… Τι θα μου κάνει και αυτός;… Το πολύ-πολύ να με διώξει… Τα εργαλεία της οικοδομής, ευτυχώς που δεν τα πέταξες, από κάτω από τον ράντζο τα έχει φυλαγμένα…
Καθόμουνα όρθιος, σε στάση προσοχής, απέξω από το κεντρικό θυρωρείο, ερχόταν οι υπάλληλοι και υπογράφανε στα βιβλία παρουσιών των τμημάτων που ανήκει ο καθένας. Κάποια στιγμή μπαίνει από την είσοδο ένας κύριος ψηλός, ψαρομάλλης, καλημερίζει και λέει:
- Να μου τον στείλεις σε λίγο μέσα…
-Μάλιστα κύριε δ/ντά λέει ο κ Γράψας.
Μόλις απομακρύνθηκε λίγο μου λέει:
-Αυτός είναι ο δ/ντής ο κύριος Πλωμαρίτης, που μας έδωσε εντολή να πας να σε δεί και σε θέλει…
Τον κοιτάζω από πίσω, περπάταγε αγέρωχα, ήταν σχετικά ψηλός και ευθυτενής. Και είπα από μέσα μου:
Δεν είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, ο λεβέντης, να θέλει το κακό μου… Εξάλλου τι έκανα; Και ποίον έβλαψα;…
Στην δουλειά μου είμαι καλός… Και αν… Δεν χάνεται και ο κόσμος… Τόσα και τόσα πέρασα, και αυτό κοντά με τα άλλα…
Σε λίγο, όταν τελείωσε η ώρα προσέλευση των υπαλλήλων και έκλεισαν τα βιβλία παρουσιών ο κ Γράψας μου λέει:
- Γιάννη τώρα θα πάμε στον κ δ/ντή, να είσαι κουμπωμένος στο σακάκι σου, να χαιρετήσεις να ειπείς καλημέρα με ελαφρά υπόκλιση, να έτσι, και να καθίσεις σε στάση προσοχής.
Θα τον κοιτάς στα μάτια, να εδώ στο σταυρό, και θα απαντάς σε ότι σε ερωτήσει, αφού πρώτα θα κάνεις την ερώτηση, μου επιτρέπεται κύριε διευθυντά, και θα απαντήσεις όταν σου δώσει την άδεια να μιλήσεις
.-Με έπιασε από το μπράτσο και μου λέει: Πάμε τώρα… Εμπήκαμε στο γραφείο του, μισό βήμα μπροστά ο κ Γράψας και πίσω εγώ. Καλημερίσαμε ταυτοχρόνως και οι δύο, μας ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, την καλημέρα.
-Κύριε δ/ντα σας τον έφερα…
- Καλά αφήστε τον και πηγαίνετε.
–Σηκώνει το βλέμμα του, με κοιτάζει στα μάτια, μου έριξε μια γρήγορη ματιά από την κορυφή έως κάτω και τανάπαλιν. Με κοιτάζει διαπεραστικά στα μάτια και μου λέγει:
-Έλα παιδί μου, τι έκανες;… Για λέγε μου…
-Τι να σας πω κύριε δ/ντά, σας τα είπανε, τα μάθατε, έκανα αυτό που δεν έπρεπε να κάνω.
–Σηκώθηκε όρθιος, και με χαμηλή φωνή μου λέει:
-Για λέγε μου τι έκανες που δεν έπρεπε να κάνεις;
-Να… κύριε δ/ντά, εν ώρα υπηρεσίας, την νύχτα, είχα φέρει κρυφά τα βιβλία και καθόμουνα στα σκαλοπάτια και διάβαζα και με πιάσανε, αν και είχα πάρει τις προφυλάξει μου…
-Και τι διάβαζες;…
-Από αυτά τα βιβλία που είδατε.
-Είσαι φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής;
-Ναι.
–Μπράβο…
Καλά έκανες- καλά έκανες… Και έβλεπες με αυτό το φως και διάβαζες;
-Ναι κύριε δ/ντά έβλεπα, βλέπω. Από την λαμπίτσα την τσιμπλού, που είχαμε στο χωριό και στο γυμνάσιο είναι καλύτερο…
Σηκώθηκε όρθιος και μου λέει:
-Μπράβο- μπράβο… Αυτό θα κάνεις…
Ήρθε κοντά μου με έπιασε από τον βραχίονα και μου είπε: Ακολούθησε με… Με επήγε στο απέναντι γραφείο και χωρίς δισταγμό εμπήκε μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα.
-Καλημέρα κύριε δ/ ντα (ήταν ο αναπληρωτής γενικός δ/ντης καταστημάτων και εργασιών ο κ Μπουχάτζερ)
- Καλώς τον Αντώνη…
-Τον βλέπετε αυτόν και με έδειξε…
Σήκωσε τα μάτια του και μου έριξε μια ματιά.
Αυτόν τον φέρανε για νυχτοφύλακα, τον έχουν βάλει στο δεύτερο υπόγειο και τον πιάσανε την νύχτα να διαβάζει…
Ο αναπληρωτής δ/ντης ταράχτηκε και σηκώθηκε απότομα από την διευθυντική πολυθρόνα του…
-Και τι διάβαζε;… Τι διάβαζε εδώ μέσα;…
-Από ότι διαπίστωσα είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και είχε φέρει τα βιβλία του και καθότανε στα σκαλοπάτια και διάβαζε και τον πιάσανε…
-Και έβλεπε εκεί κάτω;…
- Την ίδια απορία είχα και εγώ. Και από ότι μου λέει βλέπει εκεί καλά…
-Πολύ καλά κάνει… Μπράβο-μπράβο
–Για φροντίσετε να του βάλετε μία λάμπα καλή…
- Του έβαλα…
-Πολύ καλά…
-Εγώ αυτόν τον θέλω δίπλα μου και όταν γίνει εσωτερικός διαγωνισμός μετατάξεων, να τον μετατάξουμε χωρίς άλλο.- Να το ειπούμε στον προσωπάρχη τον Λυμπερόπουλο να το έχει υπόψη του, ας είναι νυχτοφύλακας Αυτός ξέρει γράμματα περισσότερα από τους άλλους… Και αν δεν το επιτρέπει ο οργανισμός θα βρούμε τρόπο… Αμέσως εκεί παίρνουν τηλέφωνο τον προσωπάρχη και ρωτάνε τι λέει ο οργανισμός για τις μετατάξεις και τους απαντάει ότι μετατάξεις επιτρέπονται να γίνονται μέχρι του βαθμού του κλητήρα όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Για να είμαστε και τυπικά εν τάξει τον κάνουμε αμέσως με πράξη διοίκηση κλητήρα Δ. Και αυτός θα τους πηδήξει όλους τους βαθμούς….
Δεν είχε περάσει ένας μήνας από τότε ο αρχικλητήρας Μαρούλης Απόστολος και ο προϊστάμενος των κλητήρων Αλούπης Γιώργος μου ανακοίνωσαν ότι προβιβάστηκα κατ εκλογή και έγινα κλητήρας και πήδηξα και ένα βαθμό σαν φοιτητής αντί για Δ με έκαναν κλητήρα Γ.
Εντολή του κ Πλωμαρίτη μου είπαν, αν θέλω να μη πηγαίνω νύχτα, να γυρίσω ημέρα. Σκέψου το μου είπαν και εσύ θα αποφασίσεις… Να μη ξεχάσεις αύριο πρωί –πρωί να πας να ευχαριστήσεις τον κ Πλωμαρίτη, που ξέρουμε ρε, πως σε συμπάθησε, σε αγαπάει, ας φαίνεται αυστηρός. Τα ακούς;… Αλλά μη πηγαίνεις ακόμα, σήμερα θα σου δώσουμε την εντολή για τον ράφτη το κ Πολυκράτη να πας από εκεί να σου πάρει μέτρα να σου φτιάξει ένα κουστούμι ρούχα και να πας απέναντι να πάρεις με αυτή την εντολή ένα ζευγάρι παπούτσια δίσολα ραφτά για την τράπεζα, ξέρει αυτός τι θα σου δώσει. Και όταν ετοιμαστεί η στολή σου, δεν αργεί το πολύ σε τρεις ημέρες θα είναι έτοιμη, θα σου δώσουμε και το σήμα της τράπεζας, θα το φορέσεις στο πέτο και θα πας στον κ Δ/ντή να τον ευχαριστήσεις.
[Τότε στην τράπεζα υπήρχε τάξη, σεβασμός και ευπρέπεια!...Η τράπεζα κάθε δύο χρόνια χορηγούσε δωρεάν στους υπαλλήλους της, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα κουστούμι ρούχα χειμερινό και ένα καλοκαιρινό, για τους κλητήρες ομοιόμορφα, και στις κυρίες υπαλλήλους φόρεμα εργασίας (ποδιές) μπλε χρώματος, και κεντημένο στο αριστερό μέρος στο στήθος, το σήμα της τράπεζας και ένα ζευγάρι παπούτσια με πολύ λίγο τακούνι συνήθως βραχιολέ για την καλή ομοιόμορφη, σεμνή εμφάνιση, και για να ξεχωρίζει ο υπάλληλος από τον πελάτη ] Έτσι και έγινε, ο ράφτης, σε δύο ημέρες είχε έτοιμο το κουστουμάκι, επήγα το φόρεσα, ήταν μολυβί με σταυροκουμπωτό σακάκι με δύο σειρές αργυρά κουμπιά. Ήταν ωραίο επάνω μου…
Έβαλα σε μία τσάντα τα δικά μου ρούχα και πήγα στην τράπεζα.
Εκεί ο αρχικλητήρας ο κ Μαρούλης Απόστολος μου έβαλε και καρφίτσωσε το σήμα της τράπεζας στο αριστερό πέτο του σακακιού, με χαιρέτησε και με φίλησε στο μέτωπο και μου ευχήθηκε:
« Σου εύχομαι καλή πρόοδο και Δ/ντής να γίνεις εδώ μέσα» Και ήταν ή ώρα ανοιχτή και η ευχή, από καρδιά, καλή ψυχή βγαλμένη!… (Και ήρθε η ώρα και έγινα και δ/ντής)
Με πήρε και με παρουσίασε στον δ/ντή τον κ Πλωμαρίτη. Έτσι γινότανε τότε, οι μικροί στο βαθμό υπάλληλοι, όταν ήθελαν να πάνε στον δ/ντή τους παρουσίαζε ο προϊστάμενός του για να δοθεί λύσης άμεση να λυθεί το αίτημα αμέσως. Καλημέρα του είπε :
Τον έφερα κ δ/ντα και έγινα όλα ως η εντολή σας, και την επιθυμία του, να σας ευχαριστήσει.
–Σας ευχαριστώ πολύ κ Δ/ντα…
-Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο… Αυτός το αξίζει…
Σηκώθηκε όρθιος. Μου ευχήθηκε και αυτά τα λόγια μου είπε: «Καλορίζικος στην οικογένεια της τράπεζας, και εύχομαι υγεία, να είσαι τίμιος εργατικός φιλότιμος, όπως είσαι και θα προκόψεις…»
(Τότε ήταν άλλα τα ήθη, τα έθιμα και οι συνήθειες, όλοι οι τραπεζιτικοί τον συνάδελφο τον θεωρούσαν αδελφό, οικογένεια)
-Κύριε Μαρούλη, δεν σας θέλω άλλο, μπορείτε να φύγετε. Έφυγε
.-Δεν μου λές παιδί μου, από πού είσαι;
-Από την Γορτυνία κύριε Δ/ντά.
– Κατάλαβα… κατάλαβα…
Σε πολλά παιδιά από εκεί κάτω, ο κ Γενικός σας δίνει ένα κομμάτι ψωμί και όλοι σας το εκτιμάτε.
Δεν μίλησα. Δεν ήξερα τι να ειπώ;…
-Δεν μου λες, εσύ ξέρεις γραμματάκια, θέλεις να σε πάρω από την νύχτα, να σε έχω δίπλα μου, στις καταθέσεις να μαθαίνεις και την δουλειά σιγά – σιγά να γίνεις από τους καλούς υπαλλήλους.
Σκέψου και λέγε μου, μη μου λες τώρα αύριο- μεθαύριο και όποτε θέλεις μου το λές
.- Θέλω κύριε δ/ντα και σας ευχαριστώ πολύ, για ότι κάνατε για μένα, αλλά σε λίγο καιρό πηγαίνω φαντάρος και να σας πω και το άλλο…
-Τι;… Τι;… Λέγε μου…
-Τώρα δουλεύω την νύχτα και την ημέρα πηγαίνω στην πλατεία Κοντζιά και άμα βρίσκω κάνω και κανένα μεροκάματο στην οικοδομή για να τα βολέψω, να μου μείνει και κάτι, για το στρατό.
- Πολύ ωραία, τότε με το καλό, όταν γυρίσεις χωρίς να σου το ξανά ειπώ, κοντά μου,
-Σας ευχαριστώ.
– Που θα πας φαντάρος, που θα παρουσιασθείς και πότε;…-Το πότε δεν το ξέρω, ξέρω μόνο ότι θα πάω στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, στον Άραξο.
–Όταν σε ειδοποιήσουνε να μου το ειπείς, εκεί είναι ο γιός μου ο Κώστας εκπαιδευτής, έφεδρος Ανθυποσμηναγός, θα του ειπώ, να σε πάρει στο σμήνος του, να σε προσέχει. Ευχαριστώ κύριε Δ/ντά
–Καλά πήγαινε και θα τα ξανά ειπούμε…
Σε λίγο καιρό με κάλεσαν για εκπαίδευση στην αεροπορία στον Άραξο. Εκεί στην πτέρυγα, τσούρμα όπως κατεβαίναμε από τα στρατιωτικά αυτοκίνητα τα τζέμις που μας παρελάμβαναν από το σιδηροδρομικό σταθμό και μας έφερναν στο στρατόπεδο, χωριζόμαστε σε σμήνη και όπως κατεβαίναμε μας έλεγαν ένα, δυο, τρία, τέσσερα και πήγαινε ο κάθε ένας στο αριθμό του. Δεν πρόφταινες να ειδής, να ρωτήσεις, να πεις κουβέντα… Και κατά την μοιρασιά, δεν έτυχε να πάω στο δεύτερο σμήνος που ήταν ο Πλωμαρίτης και πήγα στο τρίτο που ήταν ο Άρης ο Παπαβασιλείου, καλό παιδί ώρα του καλή γνωριστήκαμε μετά και με τον Κώστα Πλωμαρίτη… Και μετά συνυπηρετήσαμε και στην τράπεζα… Εκεί στον Άραξο οι συνθήκες διαβίωσης από φαγητό ήταν απαράδεχτες… Το φαγητό ήταν τόσο καλό, για να μη τον τρώνε οι σμηνίτες και να πηγαίνει να θρέφονται τα χοιρινά, στο χοιροστάσιο που λέγεται πως είχε ο τότε διοικητής της πτέρυγας, με κάποιο άλλον κοντά στην θάλασσα στην παραλία….
Ήμουνα σειρά Τρίτη του 1964.
Ήταν η εποχή των μεγάλων πολιτικοοικονομικών ανακατατάξεων, αλλαγών. Κυβερνήτης της χώρας είχε εκλεγεί ο γέρος της δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου, αναμορφωτής, πρωτίστως της παιδείας, διότι κατάργησε τα δίδακτρα και άνοιξε τα πανεπιστήμια σε φτωχά παιδιά και ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Και έγινε ή μεγάλη πολιτικοοικονομική ανακατάταξη της κοινωνίας… Είπε τότε το περίφημο. «Το έγκλημα, η πράξη φυλακίζεται, τιμωρείται και όχι το πνεύμα, η γνώμη, η πεποίθηση» Έδωσε το δικαίωμα στους στρατευμένους νέους, αν ήθελαν να τύχουν άμεσης αναβολής, λόγω σπουδών… Αυτού του δικαιώματος έκανα χρήση και μετά ενός έτους στρατιωτικής υπηρεσίας διέκοψα την θητεία, επήρα αναβολή λόγω σπουδών στην ΑΣΟΕΕ και επανήλθα στην τράπεζα, κάτω στο δεύτερο υπόγειο.
Οι φύλακες τότε δεν είχανε κανένα οπλισμό.
Βέβαια οι συνθήκες δημόσιας τάξης και ασφάλειας διαβίωσης των πολιτών ήσαν πολύ καλύτερες των σημερινών. Οι μεγάλες κλοπές ληστείες και φόνοι στο έτσι, άνευ αιτία της τιμής, και υπολήψεως ήσαν σπάνιες. Συνήθως ήσαν τα εγκλήματα υπόληψης, τιμής και μικρές κλοπές, να αρπάξει ο πεινασμένος, το κάτι τις, να φάει… Οπλισμό και οι κλέφτες και οι ληστές τότε δεν είχανε, μα δεν είχανε και οι αστυνομικοί οπλισμό επάνω τους, τουλάχιστον να φαίνεται. Αν είχανε επάνω τους το περίστροφο το είχανε επιμελώς κριμένο. Ούτε και εμείς οι φύλακες είχαμε… Η μοναδική ληστεία τότε σε Ελληνική τράπεζα την έκανε, ο ληστής με τις γλαδιόλες και όπως αποδείχτηκε, με ψεύτικο όπλο. Από τότε και μετά και με την εισροή μεταναστευτικών ρευμάτων, άρχισε ο φόβος… Και έγιναν οι ληστείες της μόδας… Τότε ο κ Γράψας φοβήθηκε πολύ, και έφερε με δική του πρωτοβουλία, καμιά δεκαριά σιδερόβεργες της οικοδομής, χοντρές, εβδομήντα, με ογδόντα εκατοστά μάκρος. Τις είχε χρωματίσει με λαδομπογιά, μπλε και άσπρο, τα χρώματα της σημαίας, μας είπε… Όπως τις είχε φτιάξει δεν ήσαν ευδιάκριτες… Ήταν κοσμήματα…
Κάθε βράδυ, μας τις μοίραζε και μας έδωσε οδηγίες, αν παρά ελπίδα παρουσιαστεί κάτι, ανάγκη, με αυτό θα αμυνθούμε και με αυτό, να το χτυπήσουμε στους ώμους να παραλύσει και να του σπάσουμε, πόδι, χέρι. Να μη έρθουμε κοντά στα χέρια, μη μας τρυπήσει με μαχαίρι.
-Τα ακούτε… Ποτέ από κοντά στα χέρια…
Ας είναι και του χεριού σας.
Δεν πέρασαν από τότε δεκαπέντε, με είκοσι ημέρες και οι δύο φύλακες που είμαστε στο κτήριο επί της οδού πανεπιστημίου, ακούσαμε θορύβους περίεργους, ασυνήθιστους, σαν κάποιος κάτι να κόβει, να σπάζει… Κρακ, κρακ, κράκ, σιωπή και πάλι το ίδιο και μετά τρρρρ -τρρρρ και πάλι το ίδιο.
Οι θόρυβοι εντοπίσαμε ότι ερχόταν από το φωταγωγό, που ήταν μεταξύ της τράπεζας και του διπλανού κτηρίου της οδού πανεπιστημίου.
Εκεί τότε ήταν ένας φούρνος του Τσίτα. Ανέβηκα με όλες τις προφυλάξεις στο κεντρικό θυρωρείο, μαζεύτηκαν και δύο άλλοι που άκουσαν τους θορύβους. Ο κ Γράψας επήρε τηλέφωνο τον νυχτοφύλακα του τετάρτου ορόφου και με σιγανή φωνή του είπε: Να ειδοποιήσει και τους άλλους φύλακες του κτηρίου και με επιφυλάξεις να κατέβουν στο κεντρικό θυρωρείο, έκτακτο επικίνδυνο γεγονός του είπε, να φυλάξουν το ισόγειο του κτηρίου.
Αμέσως μας έδωσε οδηγίες, εμένα με έστειλε από το ημιυπόγειο να ανεβώ σιγά-σιγά τις σκάλες, την δεξιά σκάλα προς το ισόγειο, που μετά με οδηγεί στο πατάρι, όπου ήταν το τμήμα τηλεφωνημάτων και κλειδάριθμων και να περιμένω πρηνηδόν, στο δεύτερο, τρίτο σκαλοπάτι, με το λοστό στο χέρι, χωρίς να φαίνομαι, έτοιμος αν περάσει να τον χτυπήσω… Τον άλλον τον άφησε στις ενδιάμεσες σκάλες, στο δεξιό μέρος στο πλατύσκαλο, που ενώνονται τα δύο κτήρια, και το άλλον πίσω από μια κολόνα, όρθιος ακίνητος του είπε να μη φαίνεται. Όπου και να περάσει θα τον τελειώσουμε είπε.
Εγώ έρποντας θα τον πλησιάσω κοντά. Αν είναι στο παράθυρο και δεν έχει μπει μέσα θα τον τακτοποιήσω… Εκεί θα του γίνει…
Προσοχή- προσοχή μη πάθουμε ζημιά…
Το σχέδιο σε εξέλιξη. Όλοι στις θέσεις μας… Τα φώτα ήσαν σβηστά, λίγο ημίφως στους διαδρόμους.
Ο κ Γράψας έρποντας ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούν στο πατάρι, στο τμήμα κλειδαρίθμων, που ήταν και το παράθυρο του φωταγωγού. Ο θόρυβος συνέχιζε κρακ, κράκ, τρρρ, σταμάταγε για λίγο και πάλι… Κάποια στιγμή το τρίξιμο ακουγόταν πιο περίεργο και συνεχόμενο. Τότε ακούμε, ένα μεγάλο κράκκ, μετά δεύτερο και τρίτο και άλλο και άλλο…
Ο λοστός του Γράψα χτυπούσε τον διαρρήκτη… Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε και μετά σιωπή… Μετά από λίγο ακούμε την φωνή του…
-Τον τέλειωσα… Σηκωθείτε.
Έντρομοι σηκωθήκαμε, τρία, τρία ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια…
Ανάψαμε τα φώτα και τι να ιδούμε:
Ο κ Γράψας πεσμένος κάτω, με το λοστό στο χέρι, λουσμένος στον ιδρώτα, τζάμια σπασμένα, γραφεία σπασμένα, τηλέφωνα κάτω, μηχανήματα διαλυμένα, και ένα καλώδιο άρχιζε να καπνίζει… Το τραβάμε από την πρίζα… Κοιτάμε για ληστή , για κλέφτη… Πουθενά ο κλέφτης… Κοιτάμε με επιμέλεια με τον φακό, προβολέα τον φωταγωγό. Δεν υπήρχε σημάδι ότι κάτι υπήρχε…
-Κακό που έπαθα ο μαυρούλης, κακό που έπαθα, ο κακομοίρης και έκλαιγε…
Όλοι μας είμαστε άφωνοι…
Τι να ειπούμε;… Και τι να κάνουμε;…
Η ζημιά μεγάλη, ανυπολόγιστη και δεν ξέραμε τις επιπτώσεις…
-Πάει τώρα χάθηκα, δεν πρόκειται να πάρω σύνταξη, με έχει φάει η οικοδομή και η νύχτα τζάμπα… Δεν στραμπούλαγα Θεέ μου το πόδι μου, δεν έσπαγα το χέρι μου, τα μούτρα μου, όπως ανέβαινα στις σκάλες, πριν κάνω ότι έκανα, καλύτερα θα ήτανε…
Τι να του ειπούμε εμείς; Τι να κάνει ο κρύος του παταγομένου;…(του ξεπαγιασμένου;) Το μόνο που του λέγαμε, μη κάνει έτσι… Μη κάνεις έτσι… υπομονή… Έχει ο Θεός… Όλους μας, μας είχε κυριεύσει ο φόβος…
Οι ζημιές, που γινόταν από αιτία των υπαλλήλων, τότε γινόταν καταλογισμός εις βάρος των… Και περνούσαν πειθαρχικό, με επιπτώσεις στην περαιτέρω εξέλιξη των. Ξημέρωσε… Κανένας μας δεν έφυγε. Ο κ Γράψας καθισμένος σε μια καρέκλα, έτρεμε σαν το ψάρι στο γιαλό. Το σαγόνι του έκανε σπασμωδικές συσπάσεις… Ήρθανε οι υπάλληλοι και οι δ/ντές, κίνηση στα γραφεία τους μεγάλη. Όλοι τους παγωμένοι, σκυθρωποί, βουβαμάρα μεγάλη, σαν μεγάλο πένθος…
Αμέσως το πληροφορήθηκε ο γενικός Δ/της, που ήταν και γενικός δ/της της Εμπορικής τράπεζας, αναπληρωτής του προέδρου καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη. Έδωσε εντολή τάχιστα να αποκατασταθεί η επικοινωνία με το εξωτερικό, πριν ακόμα ανοίξουν οι αγορές του εξωτερικού και το Λονδίνο.
Αμέσως ειδοποιήσανε το ΟΤΕ, τους τεχνικούς και αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με το εξωτερικό, για να μη δυσφημίζεται στις οικονομικές αγορές η τράπεζα… Αυτό που καταστρέψαμε ολοσχερώς, ήταν το τέλεξ. Το μηχάνημα που αυτομάτως έπαιρνε και έδινε τα σήματα, εντολές, μηνύματα, περισσότερο με τις τράπεζες του εξωτερικού, παντού της οικουμένης, μέρα, νύχτα. Όταν οι άλλοι, αλλού δουλεύουνε και οι άλλοι, αλλού κοιμούνται… Όμως το μηχάνημα αυτό, πάντοτε μέρα, νύχτα, από μόνο του δουλεύει… Πως τα έχεις καμωμένα τα πράγματά σου Θεέ μου, η πλάση του να μην αδρανεί, πάντοτε κάπου κάποιοι να εργάζονται για το καλό, για την καλυτέρευση για την προκοπή του κόσμου…
Όμως ο κ Γράψας, ανήμπορος, απαρηγόρητος, δάκρυζε με αναφιλητά, για την επικείμενη καταστροφή του. Οι δ/ντές συλλογισμένοι.
Κατά το μεσημέρι, πληροφορηθήκανε ότι έρχεται ο κ Γενικός, από την Εμπορική τράπεζα πεζός. (Γενικός Δ/ντης ήταν ο κ Κυριακόπουλος και το συνήθιζε αυτό, να έρχεται από το κεντρικό της Εμπορικής, στο κεντρικό της Ιονικής τράπεζας πεζός, ήταν γενικός στις πέντε τράπεζες του ομίλου του Ανδρεάδη, της Εμπορικής, της Ιονικής, της Πειραιώς, της Αττικής, της τραπέζης επενδύσεων).
Τότε στην Ιονική τράπεζα είχε σημάνει σιωπηρός συναγερμός, και φόβος άμεσου αποκεφαλισμού, Δ/ντών και υπαλλήλων από τον Γενικό.
Διότι αυτό το γεγονός ήταν σημαντικό, ήταν δυσφήμηση, γιατί διακόπηκε η επικοινωνία της τράπεζας με τις τράπεζες του εξωτερικού, χωρίς καμία ενημέρωση τους, αυτές που η νύχτα η δικιά μας ήταν εργάσιμη ημέρα, στο άλλο ημισφαίριο, η δικιά τους..
Ήρθε ο Γενικός πεζός, πίσω του τον συνόδευε, διακριτικά σε απόσταση κάποιος κλητήρας της Εμπορικής. Εμπήκε από την κεντρική είσοδο της οδού Πεσματζόγλου. Τον περίμενε στην είσοδο ο αναπληρωτής γενικός δ/ντής, κ Παυλόπουλος Τάκης.
Αμέσως μπήκε μέσα. Στάθηκε όρθιος στο κεντρικό σαλόνι, έριξε μια ματιά γύρω – γύρω στα τμήμα της τράπεζας και σιγά- σιγά ανέβηκε τα σκαλοπάτια της κεντρικής σκάλας, που ενώνει τα δύο κτήρια, και από εκεί περπατώντας έδωσε εντολή να συγκληθεί άμεσα στο γραφείο του, το συμβούλιο των δ/ντών.
Ο γενικός κ Κυριακόπουλος δεν άφηνε ποτέ το κάθε τι να χρονίζει, αμέσως έπαιρνε αποφάσεις και έδινε λύσεις… Ήταν εργασιομανής. Πήγαινε στην τράπεζα το αργότερο από τις έξη το πρωί, και έφευγε στις δέκα και μισή με ένδεκα το βράδυ. Γνώριζε τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Τίποτα δεν άφηνε για το αύριο… «Το σήμερα για αυτόν ήταν το σημαντικό, το σήμερα ήταν ο αιώνας… Το αύριο είναι για άλλα, νέα, μπορεί και να μην έλθει… έλεγε »
Το συμβούλιο Δ/ντών δεν κράτησε πολύ, ούτε δέκα λεπτά. Τους ρώτησε πόσες ημέρες είχανε εγκαταστήσει το τέλξ, και του είπανε περίπου δέκα ημέρες και σε λειτουργία μπήκε πριν τρεις ημέρες. Τους ρώτησε, εάν ενημερώσανε αρμοδίως τους φύλακες, ότι αυτό το μηχάνημα δουλεύει και την μέρα και την νύχτα και όταν εδώ ο κόσμος κοιμάται. Και κάνει κάποιο θόρυβο…
-Ποιος τους ενημέρωσε;
Όλοι βουβοί… μουγκαμάρα… Κοίταζε ο ένας, τον άλλον. Κανένας… Γυρίζει στο αναπληρωτή γενικό Δ/ντή που ήταν και ανιψιός του και του λέει…
-Εσύ Τάκη που ήξερες από αυτά, ήρθες από το Λονδίνο, τι έκανες;… Έπεσε σε όλους βουβαμάρα… Όλοι τους είπαν: Τώρα θα πέσουνε κεφάλια και πρώτο όπως φαίνεται θα είναι του ανιψιού του, ας ήταν και τραπεζικός καθηγητής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου… Και μετά θα ακολουθήσουν και άλλα…
Μετά τους λέει:
- Και αυτός ο άνθρωπος, οι άνθρωποι, τι σας φταίνε, που τους τρομοκρατείτε;…
Για να έρθει αυτός που τα έσπασε τώρα εδώ… Ο νεότερος Δ/ντης πήγε και το έφερε και τον παρουσίασε… Παρουσιάστηκε ο γέρο Γράψας, θλιμμένος, δακρυσμένος, στάθηκε μπροστά του προσοχή… Δεν το ρώτησε καθόλου… Ο Γενικός σηκώνεται όρθιος.
-Μπράβο, μπράβο έκανες αυτοθυσία για την τράπεζα… Όλοι τους νόμισαν ‘ότι τους ειρωνεύεται..
Κινδύνεψες την ζωή σου και αψήφισες τον κίνδυνο…
- Το αποτέλεσμα ήταν καλό…
Όλοι πάγωσαν…
-Δεν σε είχανε ενημερώσει, όπως έπρεπε… Θα πας το ταμείο, να πάρεις τρεις μισθούς δώρο και δέκα πέντε ημέρες επί πλέον άδεια. Η τράπεζα θα σου δώσει εύθυμο μνεία, για την πράξη σου και στις πρώτες κρίσεις θα σου δώσει τον βαθμό του αρχικλητήρα… Πηγαίνετε.
Υποκλίθηκε, και σιωπηλός, αμίλητος έφυγε.
Χωρίς να είναι σε θέση να μπορέσει να ακούσει κάτι από ότι έλεγε… Το μόνο που κατάλαβε, όπως μας έλεγε, μετά ήταν το πρώτο μπράβο… και τίποτα άλλο…
Κατέβηκε για να μη τον βλέπει ο κόσμος στο δεύτερο υπόγειο εκεί που μου είχανε βάλει γραφειάκι με την καρέκλα σωριάστηκε και έκλαιγε… Έκανε το σταυρό του και έλεγε: «Δοξασμένος ο Κύριος μας φύλαξε, με γλίτωσε εδώ πα…» Ο προϊστάμενος του θησαυροφυλακίου κ Γιάνναρος και ο υπάλληλος κ Γιάννης Ματζούνης, δεν είχαν πληροφορηθεί το γεγονός και προσπαθούσαν με νερό να τον συνεφέρουν… Σε λίγο έμαθαν, πως τα δάκρυα δεν ήσαν δάκρυα λύπης και στεναγμών, αλλά δάκρυα λύτρωσης, αγαλλίασης…
Την βράβευσή του την χάρηκαν όλοι οι συνάδελφοι… Αυτός για το ευχάριστο γεγονός, και την απαλλαγή του από την ζημιά κερνούσε τους συναδέλφους και έλεγε: «Δεν με άφησε ο Θεός να χαθώ, θα πάρω την συνταξούλα μου… Δοξασμένο το όνομά Του!…»
Θυμάμαι τότε ότι σε εμάς τους νυχτοφύλακες μας έδωσε πενήντα δραχμές, από την βράβευσή του στον καθένα μας… Θεός συγχωρέστε τον… Σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη… Μας μοίρασε από την χαρά του, πιότερο να χαρούμε… Αυτός μοίραζε και η χαρά μεγάλωνε!…
Αυτοί ήσαν τότε οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι της Ιονικής και Λαϊκής τράπεζας… Όλοι μοίραζαν από την χαρά τους και η χαρά μεγάλωνε και γινότανε τρανή μεγάλη!… Μια τρανή ομόνοια, αγάπη, ήταν στην οικογένεια της Ιονικής τράπεζας!…

Scroll To Top