Τελευταία Νέα
Home / Άρθρα / ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1826 Επιμέλεια κειμένου :Γιώργος Βασ.Κολλάτος Γεν.Γραμματέας ΣΣΙΛΤΕ

ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1826 Επιμέλεια κειμένου :Γιώργος Βασ.Κολλάτος Γεν.Γραμματέας ΣΣΙΛΤΕ

ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1826

            Μετά της σημαντικές επιτυχίες της Επανάστασης του 1821 στο Μοριά και τον αδελφοκτόνο, εμφύλιο των Ελλήνων το 1824, ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στη Μεθώνη και κατέλαβε την Κορώνη. Ο σκληροτράχηλος Ιμπραήμ Πασάς, ο γιος του ΜωχάμετΆλυ του αντιβασιλέα της Αιγύπτου, ήταν πλέον ο φόβος  και ο τρόμος του Μοριά. Ο Ιμπραήμ σπουδαγμένος στην Ευρώπη, με Γάλλους μισθοφόρους επιτελείς, σάρωνε με τις ορδές του τους ασύνταχτους Έλληνες επαναστάτες. Ο Φωτάκος Κολοκοτρώνης και ο Γάλλος ναύαρχος Γκραβιέρ περιγράφουν τον Ιμπραήμ σαν έναν άνδρα με κοντό προς το μέτριο ανάστημα, παχύ, ξανθό, με μακριά λιγοστά γένια και πρόσωπο διάτρητο από την ευλογιά (αραιοχοντροβλογιοκομμένος). Φορούσε άσπρο σαρίκι και σαλβάρι μελιτζανί.

            Το 1826, ήταν πολύ δύσκολη χρονιά  για την Επανάσταση κατά των Τούρκων. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έκαιγαν  και λεηλατούσαν τα χωριά της Μεσσηνίας και σκορπούσαν στον πληθυσμό τη συμφορά  και το θάνατο. Από τις 12 Φλεβάρη του 1825 που αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ, μέχρι και τις 8 Οκτωβρίου του 1827 που έπαθε πανωλεθρία στη ναυμαχία του Ναυαρίνου από τις συμμαχικές δυνάμεις, έπεσαν στα χέρια του είκοσι χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά, από τους οποίους οι μισοί πέθαναν από τύφο και άλλες λοιμικές νόσους. Μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα και το χαμό των κατοίκων των χωριών μας, η μόνη αναλαμπή που έδωσε θάρρος στους ταλαιπωρημένους Μεσσήνιους, ήταν η μάχη της Βέργας στις 24 Ιουνίου 1826. Εκεί οι Μανιάτες σκότωσαν πάνω από 100 στρατιώτες του Ιμπραήμ. Γυρνώντας στη Μεθώνη ο Ιμπραήμ δια μέσου της Μεσσήνης (Νησί), σταμάτησε και κρέμασε την «Γριά Κυρά Συκού» την ονειροκρίτισσα, που διέβλεψε τη συμφορά του, λίγους μήνες νωρίτερα, όταν είχε εξηγήσει ένα όνειρο, που είχε δει ο Πασάς. Το κρέμασμα της Γριάς Κυρά-Συκούς σήμερα αναβιώνει ως έθιμο τις Απόκριες.

Η θαλασσινή πολιτεία της Μεθώνης με το δυνατό κάστρο της και τα ισχυρά τείχη που είχαν χτίσει οι Βενετοί το 1206, βρισκόταν κι αυτή τον Οκτώβριο του 1826 στα χέρια του Ιμπραήμ. Χρησιμοποιούνταν σαν έδρα του στρατηγείου των Αιγυπτιακών δυνάμεων, που με εντολή του Σουλτάνου ξεμπάρκαραν για να πνίξουν την Ελληνική Επανάσταση με φωτιά και σίδερο. Τα Αραβικά μαχαίρια, έσφαζαν αδιάκριτα νέους, γέρους και παιδιά, ενώ οι γυναίκες δεμένες πισθάγκωνα και θρηνολογώντας, τραβιόταν με ατελείωτα ανθρώπινα κοπάδια στα σκλαβοπάζαρα. Τα χαρέμια ανανεώνονταν με την αρπαγή γυναικών. Ειδικοί ανιχνευτές της ομορφιάς που πληρώνονταν αδρά, είχαν μοναδικό καθήκον να ανακαλύπτουν ωραίες γυναίκες. Τα υπόλοιπα τα αναλάμβαναν τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας του Πασά.

            Μια τέτοια γυναίκα ήταν και η Μαρία. Νέα, όμορφη, εικοσιπέντε χρονών, ψηλή, μελαχρινή και γλυκιά. Η πιο όμορφη της Μεθώνης και του Μοριά. Αν την έβλεπαν τα μάτια των Αιγυπτίων ήταν χαμένη.

Θα την έσερναν στα σκλαβοπάζαρα ή θα την κύλαγαν στο βρώμικο κρεβάτι του αφέντη τους. Η Μαρία αγαπούσε πολύ τον άντρα της, τον Γιώργη, έναν μεσόκοπο τσαγκάρη που είχε εργαστήρι στο ισόγειο του σπιτιού του, σ’ ένα  δρομάκι του λιμανιού της Μεθώνης. Όσο καιρό κρατούσε η σφαγή, ο Γιώργης ήταν κλειδαμπαρωμένος στο σπίτι και την όμορφη Μαρία την είχε κρύψει σε μια καταπακτή μην τύχει και την δουν οι Αραπάδες. Τη λάτρευε και αναρωτιόταν:

«Αν σε βρουν και σε πάρουν, τι θα κάνω εγώ χωρίς εσένα;»

Αλλά και η Μαρία φοβόταν και του έλεγε:

«Τι τη θέλω τη ζωή χωρίς εσένα Γιώργη μου; Τι θα γίνω ολομόναχη ανάμεσα σε τόσους λύκους; Αν έρθουν, ας μας σφάξουν και τους δυο!»

Σε λίγο ο Ιμπραήμ έβγαλε φιρμάνι, ότι οι κάτοικοι της Μεθώνης μπορούσαν πια να ζουν και να δουλεύουν ανενόχλητοι, χωρίς να φοβούνται. Όποιος γλύτωσε – γλύτωσε. Οι κάτοικοι άρχισαν να ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους και να κοιτάνε τις δουλειές τους. Έτσι ξεμύτισε και ο Γιώργης, παρά τις  αντιρρήσεις της Μαρίας, που έμεινε μόνη και φοβισμένη στο σπίτι, και ανησύχησε. Τρέμοντας από το φόβο και αδημονώντας άνοιξε λίγο το παράθυρο μήπως και τον δει. Όμως αντί να δει τον άντρα της τον Γιώργη, εκείνη την άτυχη στιγμή, είδε έναν ψηλό Αράπη που ανηφόριζε και τα μάτια του καρφώθηκαν επάνω της, την κοιτούσαν και την έγδυναν από πόθο. Έκλεισε γρήγορα με δύναμη το παράθυρο, έχασε το χρώμα της και την πνοή της και σωριάστηκε λιπόθυμη στο πάτωμα.

            Όταν ο Γιώργης αργότερα γύρισε στο σπίτι του, την συνέφερε και εκείνη κλαίγοντας στην αγκαλιά του και αναθεματίζοντας την τύχη της, του εξιστόρησε με κάθε λεπτομέρεια τα καθέκαστα.

«Γιώργη μου μη μ’ αφήνεις, θα με πάρουν, το είδα στα μάτια του Αράπη που έβαλε σημάδια στο σπίτι μας, σώσε με, μη μ’ αφήνεις στα σκυλιά.»

Ο έρημος ο Γιώργης, την παρηγορούσε φιλώντας τα μάτια και τα μαλλιά της, μα η καρδιά του πονούσε.

«Σώπα αγαπούλα μου, δεν θα σ’ αφήσω ποτέ.»

Την πήραν το ίδιο βράδυ. Τρεις Αραπάδες ανέβηκαν γρήγορα τις σκάλες, έσπρωξαν με δύναμη την παλιά ξύλινη πόρτα και όρμησαν καταπάνω στη Μαρία. Ο Γιώργης μάταια προσπάθησε να την πάρει από τα χέρια τους. Μια σπρωξιά και ένα Αράβικο μαχαίρι στο λαιμό, τον σώριασαν ανήμπορο σε μια γωνιά στο πάτωμα. Οι λυγμοί του κανέναν δεν συγκίνησαν. Σε μισό λεπτό τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας του Πασά είχαν βγάλει την Μαρία στο Χαγιάτι και κατέβαιναν στο δρόμο. Το σκοτάδι την κατάπιε και μόνο ο ατελείωτος θρήνος της έφτανε ως τ’ αυτιά του δύστυχου άντρα της και του ξέσκιζε την καρδιά.

Την άλλη μέρα ο Γιώργης,  έβαλε λυτούς και δεμένους, για να πάρει πίσω τη γυναίκα του. Οι προεστοί της Μεθώνης επισκέφτηκαν τον Επιτελάρχη του Ιμπραήμ, τον Σολιμάν Πασά και του ζήτησαν να μεσολαβήσει στον Ιμπραήμ. Ο Σολιμάν Πασάς, δεν ήταν Τούρκος, ούτε Αιγύπτιος. Ήταν Γάλλος και κάποτε ήταν συνταγματάρχης του Ναπολέοντα, αλλά μετά την ήττα του Αυτοκράτορα, όντας τυχοδιώκτης και άνεργος, είχε βρει δουλειά σαν μισθοφόρος, στην Αίγυπτο του ΜωχάμετΆλυ. Είχε αποκηρύξει τον Χριστιανισμό και είχε γίνει Μουσουλμάνος, όπως και άλλοι Ευρωπαίοι. Στην Ελλάδα και στη Μεσσηνία είχαμε ατομικούς εξισλαμισμούς για να γλυτώσουν τους πολλούς φόρους. Ανάμεσα στους εξωμότες συναντούμε και κληρικούς, μοναχούς, ιερείς και αρχιερείς, που για προστριβές κυρίως με τους ανωτέρους των κλπ. πετούν το ράσο ή το καλιμαύκι τους, για να φορέσουν το τουρμπάνι. Ο Σολιμάν διαθέτοντας εξαιρετικές ικανότητες, είχε γίνει ο Επιτελάρχης της Στρατιάς του Ιμπραήμ. Δεν ήταν εξ άλλου ο μόνος. Πολλοί τέτοιοι Ευρωπαίοι τυχοδιώκτες στρατιωτικοί υπηρετούσαν τότε κάτω από τις διαταγές του Ιμπραήμ, αφού κι ο ίδιος ο Ιμπραήμ διέθετε ευρωπαϊκή παιδεία και μίλαγε φαρσί τα Γαλλικά, αυτό όμως δεν του μείωνε καθόλου τη βαρβαρότητά του.

Οι προεστοί της Μεθώνης εξέθεσαν το πρόβλημα με τη γυναίκα του Γιώργη στο μεσόκοπο, ψηλό, λιγνό και ντυμένο με τη φανταχτερή στολή του αξιωματικού, Σολιμάν Πασά, κυρίως γιατί γνώριζαν ότι κάποιοι κατατρεγμένοι Έλληνες, νεαρά παιδιά, γυναίκες αλλά και αντάρτες του Κολοκοτρώνη, έβρισκαν συχνά καταφύγιο στο σπίτι του. Ο Σολιμάν γέλασε με την καρδιά του όταν άκουσε για την αρπαγή της Μαρίας και υποσχέθηκε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του.

            Ο Σολιμάν το ίδιο βράδυ πήγε στο κονάκι του Ιμπραήμ εξηγώντας του ότι ο ίδιος διέθετε μόνο τρεις Ρωμιές στο χαρέμι του, ενώ ο Ιμπραήμ πολλαπλάσιες, και ζητώντας του τη μεγάλη χάρη να κρατήσει τη Ρωμιά, τη Μαρία, που άρπαξαν το προηγούμενο βράδυ για τον εαυτό του. Ο Ιμπραήμ αιφνιδιάστηκε, αλλά γελώντας τρανταχτά ικανοποίησε αμέσως το αίτημα του Επιτελάρχη του, λέγοντας:

«Μπρε, μπρε Σολιμάν, αμάν, πως κάνεις έτσι για μια Ρωμιά!»

Έτσι την άλλη μέρα έφτασαν πέντε Αραπάδες, που συνόδευαν την «σίντι» Μαρία -κυρά στα Αραβικά- στο σπίτι του Σολιμάν. Όταν ο ευνούχος Αράπης παρουσίασε στον Σολιμάν την σίντι Μαρία, αυτός έμεινε με ανοιχτό το στόμα, τα ‘χασε. Τόσο όμορφη γυναίκα δεν είχε ξαναδεί. Την πλησίασε, της τράβηξε τον φερετζέ κι ενώ η Μαρία έτρεμε σαν το ψάρι, είδε το όμορφο πρόσωπό της, τα καστανά μεγάλα μάτια της, τα φοβισμένα ανασηκωμένα χείλια της. Αμέσως απομακρύνθηκε από κοντά της και βάλθηκε να την καθησυχάσει. Της είπε ότι πια δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο, ότι κι άλλες γυναίκες σαν κι αυτήν βρισκόταν στο σπίτι του, κι ότι όταν περνούσε ο δύσκολος καιρός, όλες τους απείραχτες κι ανέγγιχτες θα γυρνούσαν στους άντρες τους και στα σπίτια τους. Αναθάρρησε λίγο η Μαρία μ’ αυτά που άκουσε, σκούπισε τα δάκρυά της κι όταν ο Σολιμάν ήρθε πάλι κάπως κοντά της, τον πλησίασε και σκύβοντας άρχισε με κλάματα να του φιλάει τα χέρια από ευγνωμοσύνη.

Ο Σολιμάν τη μάλωσε γι’ αυτό που έκανε κι αμέσως τη σήκωσε όρθια κι άρχισε να της σκουπίζει τα δάκρυα. Τότε είδε πάλι τα μάτια της, εκείνα τα καστανά μεγάλα μάτια κι εκείνο το όμορφο πρόσωπο, όταν ξαφνικά ήρθε τόσο κοντά στα χείλια της, που ούτε ο ίδιος το κατάλαβε. Η Μαρία ξαφνικά έκλεισε τα μάτια της σαν να περίμενε το φιλί του. Κι έτσι έγινε. Ενώθηκαν σ’ ένα ατελείωτο φιλί που κράτησε ώρες, με τα χέρια του Σολιμάν να ψάχνουν τη σάρκα της και τα χέρια της Μαρίας ν’ ανακατεύουν τα μαλλιά του. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Το βράδυ που πέρασε, οι δύο εραστές μαζί γεφύρωσαν όλες τις προηγούμενες ζωές τους. Δόθηκαν διάφανα και με πάθος, χωρίς να κρατήσουν τίποτα για τον εαυτό τους. Μαζί έμαθαν πως ο έρωτας είναι ένα κρεσέντο συναισθημάτων.

            Μετά από δύο μέρες έφτασαν στο σπίτι του Σολιμάν οι προεστοί της Μεθώνης μαζί με τον σκυθρωπό, ζαρωμένο Γιώργη. Ήθελαν να μάθουν αν η Μαρία ήταν καλά και αν θα γύριζε στο σπίτι του άντρα της. Ο Σολιμάν τους ανακοίνωσε ότι μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα, η σίντι Μαρία θα έμενε στο δικό του σπίτι. Ο Γιώργης όμως δεν έφευγε. Επέμενε. Ήθελε να δει τη γυναίκα του. Έστω και για μια στιγμή. Μπροστά στην επιμονή του Γιώργη, ο Σολιμάν με δυσφορία διέταξε τον ευνούχο να φέρει τη Μαρία, που μόλις ο Γιώργης την είδε τρελάθηκε απ’ τη χαρά του.

«Μάτια μου, ματάκια μου, έλα στην αγκαλιά μου φως μου!»

Η Μαρία όμως δεν πλησίαζε.

«Έλα Μαρία μου, ο άντρα σου είμαι, τι φοβάσαι;»

Και τότε η Μαρία τον κατακεραύνωσε:

«Γιώργη, δεν είμαι πιο η γυναίκα σου, το στεφάνι μας το πάτησα, τώρα κατάλαβα ότι ποτέ μου δεν σ’ αγάπησα, είμαι πια δική του με τη θέλησή μου, τον αγαπώ πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. Φύγε σε παρακαλώ και ξέχασέ με».

Ο Γιώργης παλάβωσε. Και μετά θύμωσε πολύ. Πότε πρόλαβε κιόλας η γυναίκα του να ερωτευτεί τον Σολιμάν;

«Σκύλα, σ’ αρέσει να είσαι με τους Αραπάδες. Εγώ σε λατρεύω κι εσύ σε λίγες μέρες με πέταξες. Θα μου το πληρώσεις άτιμη! Ξάπλωσες μαζί του και δεν ντρέπεσαι! Σκύλα! Δεν θα μου γλυτώσεις. Θα πάω να βρω τον Κολοκοτρώνη. Κάποτε θα γυρίσω κι αλλοίμονο σας!»

Αυτά της είπε, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο δρόμο φωνάζοντας:

«Καταραμένη να ‘σαι!»

Μέσα στον επόμενο μήνα ο Γιώργης είχε πάρει αμπάριζα τα βουνά του Μοριά να βρει τον Κολοκοτρώνη. Τον βρήκε κι εντάχθηκε στη δύναμή του. Όμως ο Κολοκοτρώνης, τη χρονιά εκείνη αντιμετώπιζε φοβερά προβλήματα. Η Επανάσταση κρεμόταν από μια κλωστή. Πέτρα πάνω στην πέτρα δεν είχε αφήσει ο Ιμπραήμ. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Με μπαμπεσιά και διπλωματία άρχισε να δίνει προνόμια στους προσκυνημένους. Έτσι τα προσκυνημένα χωριά άρχισαν να αυξάνονται επικίνδυνα. Μπροστά στον θανάσιμο αυτό κίνδυνο, ο Γέρος του Μοριά τα έπαιξε όλα για όλα, βροντοφωνάζοντας:

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Άρχισε λοιπόν να παίρνει σβάρνα ένα-ένα τα προσκυνημένα χωριά και να τα μακελεύει. Ό,τι έκανε ο Ιμπραήμ στους Έλληνες, το ίδιο έκανε και ο Κολοκοτρώνης στους προσκυνημένους Έλληνες, που φοβήθηκαν και σιγά-σιγά δίνοντάς τους συγχωροχάρτια, θέλοντας και μη, τους πήρε πάλι με το μέρος του. Ολομόναχος ο Καπετάν-Θοδωράκης, χωρίς καμιά βοήθεια απ’ την Κυβέρνηση, ακούραστος κι αλύγιστος, ο γίγαντας του Ελληνισμού, τα έβαλε με όλους και κυρίως με τους προσκυνημένους. Φωτιά και τσεκούρι λοιπόν! Και χάλασε πολλούς από δαύτους, αφού χωρίς τη σθεναρή εκείνη θέση του, ίσως σήμερα να μην υπήρχε ελεύθερη, ανεξάρτητη Ελλάδα.

Από τις σφαγές και τις λεηλασίες του Ιμπραήμ στο Μοριά, δεν έμειναν ασυγκίνητες ούτε κι αυτές οι συνήθως ασυγκίνητες Μεγάλες Δυνάμεις. Στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827) κατατρόπωσαν το στόλο του Ιμπραήμ κι έτσι οι Ρωμιοί αναθάρρησαν. Στη συμφωνία που έγινε προβλεπόταν ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα μετέφεραν με τα πλοία τους στην Αίγυπτο τα υπολείμματα της Στρατιάς του Ιμπραήμ ενώ η τάξις θα αποκαθίστατο με την απόβαση σώματος Γάλλων υπό τον Μαιζόν. Έτσι κι έγινε. Αλλά πριν ξεκουμπιστούν οι Αραπάδες από τους νικητές και συγχρόνως σωτήρες τους, ένα βράδυ ο Γιώργης μαζί με άλλους τρεις άντρες του Κολοκοτρώνη, κατάφεραν να φθάσουν στη Μεθώνη κι ο ίδιος Γιώργης έβαλε με τα χέρια του φωτιά στο σπίτι του Σολιμάν, που έγινε παρανάλωμα. Κάηκαν όλοι σχεδόν, γυναίκες και άντρες αλλά την τελευταία στιγμή ο Σολιμάν με εγκαύματα στο σώμα, κατάφερε να σωθεί μεταφέροντας στην αγκαλιά του την αναίσθητη σίντι Μαρία. Έτσι γλύτωσαν και οι δύο απ’ τη φωτιά. Δεν μπόρεσαν όμως να γλυτώσουν απ’ την κατακραυγή των κατοίκων της Μεθώνης, που ζητούσαν πιεστικά από τους Συμμάχους να μεσολαβήσουν για την άμεση απελευθέρωση της Μαρίας, της γυναίκας του Γιώργη. Ο Ιμπραήμ βρέθηκε σε δύσκολη θέση και φοβούμενος μήπως δημιουργηθεί διπλωματικό επεισόδιο για μια γυναικοδουλειά με τις Δυτικές Δυνάμεις, αφού με τα καράβια τους θα μεταφέρονταν τα υπολείμματα της Στρατιάς του στην Αίγυπτο, λόγω της ήττας του στο Ναυαρίνο, ζήτησε κατεπειγόντως απ’ τον Σολιμάν να επιστρέψει τη σίντι Μαρία στον άντρα της. Ο Σολιμάν όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά και ικετεύοντας τον Ιμπραήμ, του ζήτησε να τον σκοτώσει ή να αυτοκτονήσει μαζί με την σίντι Μαρία. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο ο φουρκισμένος Ιμπραήμ αποφάσισε να συγκεντρωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι – μαζί και οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων – στο κονάκι του κι εκεί ας αποφάσιζε η ίδια η σίντι Μαρία με ποιον θα ήθελε να ζήσει: με τον άντρα της ή με τον Σολιμάν Πασά. Έτσι θα ησύχαζαν τα πνεύματα στη Μεθώνη.

Όταν ήρθε εκείνη η ώρα της απόφασης, η σίντι Μαρία αναταράχτηκε σύγκορμη. Ο Σολιμάν ήταν η αγάπη, ενώ ο Γιώργης ήταν η στοργή και το καθήκον. Όμως η αγάπη είναι το δυνατότερο συναίσθημα που υπάρχει στον κόσμο. Ποιος μπορεί να της αντισταθεί; Πως μπορούσε αυτή, μια αδύναμη γυναίκα, να νικήσει το πανάρχαιο αυτό πάθος; Εκείνη τη στιγμή και καθήκον και θρησκεία και σπίτι, ξεθώριασαν κι έσβησαν μπροστά της. Με βήμα κλονιζόμενο, σκεπάζοντας τα μάτια να μη βλέπει το Γιώργη, τράβηξε το δρόμο της αγάπης και σωριάστηκε ξέπνοη στην αγκαλιά του Σολιμάν.

«Η εκλογή έγινε!» φώναξε ο Ιμπραήμ με σοβαρή φωνή.

«Η γυναίκα διαλέγει το δεύτερο άντρα της».

Ο Γιώργης είχε σηκωθεί. Ένοιωθε σα να είχε γεράσει εκατό χρόνια σε μια στιγμή. Σέρνοντας τα βήματά του, φορτωμένος την ασήκωτη πίκρα και δυστυχία του, βγήκε απ’ τον οντά του Ιμπραήμ στο κάστρο της Μεθώνης, κατέβηκε στο δρόμο και κλείστηκε στο σπίτι του, το έρημο και σκοτεινό σαν τη ψυχή του.

Η Μαρία βρισκόταν στην αγκαλιά του Σολιμάν απόμακρη και ψυχρή, ενώ εκείνος με την αρσενική του λογική προσπαθούσε μαθηματικά σχεδόν να καταλάβει τη στάση της. Δεν χωρούσε αμφιβολία ότι κάποτε τον αγάπησε και τον πόθησε πολύ, εκείνο όμως που τον διέλυσε ήταν τα χαμένα όνειρα, γιατί τη λογάριαζε γυναίκα του, επιθυμώντας να μοιράζεται μαζί της κάθε λεπτό της μέρας. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως ξεθύμαναν όλα σ’ αυτή την υπέροχη γυναίκα. Πως στέρεψαν οι χυμοί και τα αισθήματα, πως μπορεί να έφυγαν όλα όσα αποτελούσαν ζωή και δημιουργία. Όλα αυτά όμως είχαν συμβεί κάποτε, ίσως πριν μερικούς μήνες, ίσως πριν από έναν αιώνα. Η Μαρία τώρα, είχε για πρώτη φορά αγαπήσει πραγματικά. Ήταν αληθινή, ήταν η γυναίκα του Σολιμάν και το ξεγύμνωμα του εαυτού της, της είχε φέρει την πολυπόθητη λύτρωση και την ευτυχία.

Μετά από λίγο καιρό, στα μέσα του Δεκέμβρη κι ενώ τα Γαλλικά καράβια ήταν φορτωμένα με Αραπάδες, έτοιμα να σαλπάρουν από τη Μεθώνη για την Αλεξάνδρεια, ένα αντρόγυνο προσπαθούσε να γλιστρήσει όσο το δυνατόν πιο απαρατήρητο για να τραβήξει κι αυτό στη νέα του πατρίδα. Στην Αίγυπτο. Ήταν η σίντι Μαρία με τον Σολιμάν. Μικρή πολιτεία όμως η Μεθώνη, δεν μπορούσες εύκολα να κρυφτείς. Τα μαντάτα πήγαιναν από στόμα σε στόμα κι έτσι σε λίγο ένα περίεργο πλήθος είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι. Έλειπε μόνο ο Γιώργης, θαμμένος ζωντανός στο κατάκλειστο σπίτι του, και την ώρα που το καράβι σαλπάριζε, μια φοβερή αντάρα από βρισιές και κατάρες έφτασε ως τα αφτιά του. Κατάλαβε. Οι συμπατριώτες του αποδοκίμαζαν την γυναίκα του, που έφευγε για την Αίγυπτο. Κι όταν οι φωνές και οι βρισιές καταλάγιασαν, ζύγωσε στο παράθυρο και κοίταξε στο πέλαγος. Τα καράβια πάλευαν με τα κύματα κι ανοιγόντουσαν κατά το νοτιά. Τότε σηκώνοντας ψηλά το χέρι του μουρμούρισε:

«Καλή σου τύχη αγαπημένη

και να ‘σαι πάντα ευτυχισμένη,

εγώ θα είμ’ ο άγγελός σου

και συ να ζεις το όνειρό σου!»

Η Μαρία φτάνοντας στην Αίγυπτο, παντρεύτηκε επίσημα τον Σολιμάν. Τα χρόνια πέρασαν και τα πάθη της ψυχής της καταλάγιασαν. Έζησε μια πολύχρονη, ευτυχισμένη ζωή και έκανε γιους και κόρες. Πριν πεθάνει πάντρεψε τα παιδιά της με τους καλύτερους. Μια από τις κόρες της, όμορφη σαν κι εκείνη, παντρεύτηκε έναν Αιγύπτιο μεγιστάνα, τον Σάμπρι Πασά. Αυτηνής η κόρη απόκτησε από το γάμο της μια άλλη κόρη που έγινε βασίλισσα. Ήταν η μάνα του Φαρούκ, του τελευταίου βασιλιά της Αιγύπτου. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό: ο Ισμαήλ, ο αδελφός του Ιμπραήμ και δεύτερος γιος του Αντιβασιλέα της Αιγύπτου, ΤουρκαλβανούΜοχάμετΆλυ ή Μεχμέτ Αλή (1769-1849), που γεννήθηκε στην Καβάλα, όπου στην κορυφή του φρουρίου της σώζεται μέχρι σήμερα το σπίτι του, κοντά στο οποίο έχει στηθεί αδριάντας του, ο Ισμαήλ λοιπόν, ήταν ο παππούς του Φαρούκ (1920 – 1965), του τελευταίου βασιλιά της Αιγύπτου. Το ένα σόι λοιπόν, συνάντησε το άλλο. Κι έτσι η παλιά κατάρα του προδομένου Γιώργη, έπιανε ύστερα από εκατόν είκοσι πέντε χρόνια στο πρόσωπο ενός απογόνου της Μαρίας κι ενός συγγενή του Ιμπραήμ: του διεφθαρμένου κι ακόλαστου βασιλιά Φαρούκ, που εκθρονίστηκε με πραξικόπημα το 1952 από τον Νάσερ!

 

[Η ιστορία είναι αληθινή. Μας την παρέδωσαν οι περιηγητικές πηγές της εποχής και ιδιαίτερα ο Γάλλος διπλωμάτης που με τα αρχικά C.D., τύπωσε αργότερα και κυκλοφόρησε στο Παρίσι ένα βιβλίο, με τίτλο «Δύο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και τον Μοριά». Τα ιστορικά καθέκαστα αφηγήθηκε επίσης, ο ιστορικός της Μεθώνης Τάκης Δεμοδός, σ’ ένα μικρό βιβλίο που τύπωσε εδώ και πενήντα χρόνια, με τίτλο «Ταξίδι στη Μεθώνη». Με το θέμα επίσης ασχολήθηκε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς.]

 

 Φιρμάνι: (Τουρκ.) διάταγμα του Σουλτάνου, εξωμότης: αυτός που αρνήθηκε την πίστη του, χαγιάτι: ξύλινη στεγασμένη προέκταση του σπιτιού, φαρσί: (Τουρκ.) άπταιστα, στην εντέλεια, μακελεύω: σφάζω, δέρνω άγρια, αμπάριζα: είδος παιχνιδιού σε ανοιχτό χώρο με τη συμμετοχή πολλών παιδιών, φουρκισμένος: εξοργισμένος πεισματωμένος, οντάς: (Τουρκ.) δωμάτιο.

Το κάστρο της Μεθώνης όπου ήταν η Στρατιωτική Βάση  και Ορμητήριο του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

κάστρο μεθώνης (1)

 

Scroll To Top